Το πνεύμα της Χάλκης

Το πνεύμα της Χάλκης

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΧΑΛΚΗΣ

Κ. Δεληκωσταντή,

Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών

Άρχοντος Διδασκάλου του Γένους

 

Εισαγωγή

Τέσσερις δεκαετίες μετά τη βίαιη αναστολή της λειτουργίας της κατά Χάλκην Ιεράς Θεολογικής Σχολής, οι απόφοιτοί της συνεχίζουν την εκκλησιαστική και θεολογική τους διακονία και μαρτυρία ανά την υφήλιο, στο θυσιαστήριο, στον άμβωνα, στο μοναστήρι, στην έδρα, στην εκκλησιαστική ζωή, τη διοίκηση και το φιλανθρωπικό έργο. Όλοι οι ομογάλακτοι αδελφοί, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέχρι τον θεολόγο καθηγητή, είναι φορείς και εκφραστές του ίδιου πνεύματος, του πνεύματος της Χάλκης, από το οποίο εμφορούνται και όσοι πέρασαν μόνον από το λυκειακό τμήμα της Σχολής. Πραγματικά η Χάλκη δεν άφησε κανέναν ανέγγιχτο.

Έχοντας ζήσει επτά συναπτά έτη στον Λόφον της Ελπίδος, σε μια φάση της ζωής, όπου ο άνθρωπος αναζητεί, προβληματίζεται, παιδεύεται ποικιλοτρόπως, αναρωτιέμαι μέχρι σήμερα τι συνιστά την ιδιαίτερη ταυτότητα του Χαλκίτη. Τι είναι αυτό που πλάτυνε τις καρδιές μας και διεύρυνε τους ορίζοντες; Τι μας έκανε να προσλαμβάνουμε κάθε πρόταση για τον Θεό ως πρόταση ζωής και ελευθερίας για τον άνθρωπο; Γιατί η άσκηση και η νηστεία φάνταζαν φιλάνθρωπες και ευεργετικές; Πώς η θρησκεία, όχι μόνον δεν λειτουργούσε καταπιεστικά, αλλά έμοιαζε να απελευθερώνει τις δημιουργικές μας δυνάμεις; Τι είναι αυτό το ιδιαίτερο που πήρα στη Χάλκη και που αργότερα συνάντησα στις καλύτερες στιγμές και εκφάνσεις και στους μεγαλύτερους εκπροσώπους της σύγχρονης ορθόδοξης και δυτικής θεολογικής σκέψης; Πού βρίσκεται, τέλος πάντων, το θεολογικό μας ίδιον, αυτό που μόνον η Χάλκη μπορούσε να μας δώσει και όχι μια πανεπιστημιακή Θεολογική Σχολή;

Ένα είναι ξεκάθαρο εξ αρχής: το ίδιον της Χάλκης δεν συνδέεται με την ιδιαιτερότητα της δομής του προγράμματος θεολογικών σπουδών, αφού αυτό λίγο διέφερε από τα αντίστοιχα προγράμματα των εν Ελλάδι Θεολογικών μας Σχολών. Η ιδιαιτερότητα της Χάλκης βρισκόταν στον τρόπον του βίου, στον προσωπικό περίγυρο, στη συγκατοίκηση Μονής και Σχολής, προέκυπτε από τον συνδυασμό θεολογικής σπουδής και λειτουργικής ζωής και κοινοβίου, παραδοσιακότητας και οικουμενικότητας. Γι’ αυτό, και με μόνο το Λύκειο εν λειτουργία, και από το 1985 χωρίς και αυτό, μια χούφτα άνθρωποι στη Μονή της Αγίας Τριάδος, εξακολούθησαν να φυλάσσουν τον ημέτερον τρόπον του βίου και την παρακαταθήκη της οικουμενικής Ορθοδοξίας. Και σήμερα η σιωπή της Χάλκης είναι εύλαλη σιωπή.

Με ακράδαντη την πεποίθηση για την αξία του πνεύματος της Χάλκης για τη σύγχρονη θεολογία, θα προσπαθήσω να εξάρω δύο πτυχές της θεολογικής μας ταυτότητας και να τις συνδέσω με κάποια κεντρικά θέματα της θεολογικής σκέψης στον όρθρο της νέας χιλιετίας.

1. Το εκκλησιαστικό ήθος και ο υπαρξιακός χαρακτήρας της Θεολογίας

Η κατά Χριστόν παιδεία στη Χάλκη ζούσε από την αδιάσπαστη ενότητα Μονής και Σχολής, άσκησης και γνώσης, φιλοκαλίας και φιλοσοφίας, Εκκλησίας και παιδείας, λειτουργικής-μοναστικής και επιστημονικής κοινότητας. Η ζωή μας κυλούσε στο στασίδι και στο θρανίο, στον ναό και στην τάξη, στο αναλόγιο και στο αναγνωστήριο. Η κοινότητα του καθημερινού βίου, σε συνδυασμό με τη θεία λατρεία και τη ζωή της προσευχής, θεμελίωναν ένα ευλογημένο δέσιμο με τα πρόσωπα και τα πράγματα, με τον χώρο, όπως στο πατρικό μας σπίτι. Οι ιστορικές μνήμες, η εγγύτητα στη Βασιλεύουσα, οι άμεσοι δεσμοί με το κέντρο της Ορθοδοξίας, η συχνή παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχου ανάμεσα μας, οι οικουμενικές επισκέψεις και συναντήσεις, μας ενέπνεαν. Η τεράστια βιβλιοθήκη, η συνεχής προσωπική επαφή με τους δασκάλους μας, το φωτεινό πρόσωπο του Σχολάρχου, δασκάλου μας και ηγουμένου, μας έκαναν να αισθανόμαστε πραγματικοί «μαθητές», να ανακαλύπτουμε και να χαιρόμαστε τη γοητεία της μαθητείας.

Ζούσαμε την προτεραιότητα της ζωής και της εμπειρίας απέναντι στην αφηρημένη γνώση. Η γνώση ήταν υπαρξιακή, η θεολογία εμπειρική, βιωμένη θεολογία. Γι' αυτό, ό,τι διδασκόμασταν στην τάξη δεν φάνταζε άσαρκο και αποκομμένο από τη ζωή. Δεν διαπιστώναμε χάσμα μεταξύ θεολογίας και ζωής, αφού η θεολογία ήταν έκφραση της εν Χριστώ ζωής, η ζωή της Εκκλησίας διατυπωμένη σε προτάσεις. Διδαχθήκαμε ότι αυτό είναι το ίδιον της θεολογίας των Πατέρων, το οποίο οφείλει να διαφυλάσσει η Ορθόδοξη Εκκλησία ως κόρην οφθαλμού, όπως τονίζει και ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: «Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της πατερικής θεολογίας ήταν ο "υπαρξιακός" της χαρακτήρας. Οι Πατέρες εθεολόγησαν, όπως λέγει ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, κατά τον τρόπο των Αποστόλων, όχι του Αριστοτέλους, "ἀλιευτικώς οὐκ ἀριστοτελικῶς"... Η θεολογία τους ήταν μια "κηρυγματική θεολογία", ακόμα και όταν διατυπωνόταν λογικά και ενισχυόταν με λογικά επιχειρήματα. Η τελική αναφορά γινόταν ακόμα στην πίστη... Μακράν της εν Χριστώ ζωής η θεολογία δεν πείθει καθόλου, και, αν χωρισθεί από τη ζωή της πίστεως, η θεολογία μπορεί εύκολα να εκφυλισθεί σε κενή διαλεκτική, σε μια μάταιη πολυλογία, χωρίς καμμιά πνευματική βαρύτητα»1.

Η μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας αποτελούσε κεντρική διάσταση της θεολογίας στη Χάλκη. Γνωρίζαμε ότι μια αποκομμένη από την εκκλησιαστική εμπειρία θεολογική μεθοδολογία δεν ανταποκρίνεται στις ιδιαιτερότητες του αντικειμένου της. Ο Γεώργιος Μαντζαρίδης γράφει χαρακτηριστικά: «Όταν η θεολογία δεν συνδέεται με την εμπειρία της Εκκλησίας, αλλά καλλιεργείται ως διανοητική επιστήμη με επιμέρους γνωστικά αντικείμενα, που είναι συχνά μεταξύ τους ανεξάρτητα ή και ασύνδετα, δεν αποκόπτεται μόνο από την πηγή της, αλλά και κινδυνεύει να χάσει τη σοβαρότητα της από καθαρώς μεθοδολογική άποψη. Και αυτό συμβαίνει, γιατί δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί και να παρουσιασθεί σωστά το αντικείμενο κάποιας έρευνας, όταν αυτό αποσπάται και αποξενώνεται από το φυσικό του πλαίσιο»2.

Στη Χάλκη η θεία λατρεία ήταν ενταγμένη οργανικά στην καθημερινή μας ζωή. Προσωπικά ποτέ δεν την ένιωσα ως ξένο σώμα, ως κάτι έξω από την ιδιότητα μου ως μαθητή. Τη βίωνα ως απελευθέρωση και ελευθερία, ως εμπλουτισμό και ενδυνάμωση για τον καλόν αγώνα. Οι ανοικτές πύλες του ναού, που τις ατενίζαμε στο βάθος ανάμεσα από τις μαρμάρινες κολώνες της κεντρικής εισόδου του κτηρίου της Σχολής, μας είλκυαν, χωρίς να μπορούμε να αντισταθούμε. Η υπέροχη ποίηση των ύμνων, η γλώσσα της εικόνας, η ψαλμωδία, πάντοτε χορωδιακή, οι ακολουθίες, όλα κόμιζαν κορυφαίες αποκαλύψεις ζωτικών αληθειών. Μάθαμε να ανιχνεύουμε ολόκληρη την πίστη μας και τη θεολογία στο ράσο, στο πετραχήλι, στη κανδήλα, στο κερί, στο θυμίαμα, στο τροπάριο, στη γλυκύτητα των προσώπων στις εικόνες. Όποιος μπορεί να κατανοήσει τη γλώσσα της λατρείας, σίγουρα είναι σε θέση να ανακαλύψει και το βάθος των θεολογικών κειμένων. Πόση αλήθεια κρύβεται στη φράση του Χρήστου Γιανναρά για την καθοριστική σημασία της εκ νέου ανακάλυψης του νοήματος της λατρείας για μια πολιτισμική αναγέννηση στην Ελλάδα! «Μόνο σωστή λατρεία, τίποτε άλλο —θα ήταν έκρηξη πολιτιστική»3.

Πηγή ατέλειωτων εκπλήξεων ήταν και η ασκητική ζωή. Θυμάμαι ότι το Πάσχα ήμουν θλιμμένος, επειδή τελείωνε η Μεγάλη Εβδομάδα με τις συγκλονιστικές ακολουθίες της και τη νηστεία. Ήμουν πεπεισμένος ότι όσο πιο πολύ νηστεύει κανείς τόσο πιο εύκολη και πιο πολύτιμη γίνεται η νηστεία. Στην άσκηση η ζωή γίνεται αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά. Η θύρα της πραγματικής ελευθερίας ανοίγει, τελικά, μόνον προς τα έξω. Στη Χάλκη έμαθα ότι ο ασκητισμός δεν είναι σκυθρωπός αλλά φωτεινός, δεν είναι στάση του Έχειν, του έχειν της ατομικής καθαρότητας και της αυτοσωτηρίας, με παράλληλη περιφρόνηση της κτίσης, της ζωής, της χαράς, των «άλλων», αλλά στάση του Είναι, οδός ταπεινοφροσύνης και αγάπης, χωρίς κατήφεια και δυϊσμούς, κατά το φιλοκαλικό της νόημα: «Οὐ τά βρώματα, ἀλλ' ἡ γαστριμαργία κακή, οὐδέ τά χρήματα, ἀλλ' ή προσπάθεια, οὐδέ τό λέγειν, ἀλλ' ή άργολογία, οὐδέ τά ἡδέα τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ή ἀκρασία... οὐδέ ὁ κόσμος κακός, ἀλλά τά πάθη, οὐδέ ἡ φύσις, αλλά τά παρά φύσιν... πάντα δι' ἄκραν αγαθότητα ήμῖν δεδώρηται καί ἀεί δίδονται προς τό ζῆσαι σωματικῶς καί σωθῆναι ψυχικῶς, ἐάν κατά τόν τοῦ Θεοῦ σκοπόν χρησώμεθα πᾶσι τοῖς οὖσι, καί διά τούτων δοξάζομεν αὐτόν μετά πάσης εύγνωμοσύνης»4. Πραγματικά, «ασκητισμός εἶναι ολόκληρος ο χριστιανισμός», όπως γράφει ο π. Μιχαήλ Καρδαμάκης5.

2. Η αντοιχτοσύνη και το οικουμενικό πνεύμα της θεολογίας

Στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης μάθαμε να βλέπουμε τον άνθρωπο και τον κόσμο του χωρίς παρωπίδες, με κατανόηση, ανοιχτοσύνη και με εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Δεν στένευε η καρδιά μας, μάλλον άνοιγε ο ορίζοντας προς την οικουμένη. Μέσα σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον, παρά τον μουσουλμανικό περίγυρο, ζώντας σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι πολιτισμών, γνωρίσαμε τη λειτουργικότητα κοινών, οικουμενικών αξιών ως βάση της συμβίωσης των διαφορετικών. Η όλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα ευνοούσε τη συνάντηση και τον διάλογο, προέβαλλε τη σημασία της ειρηνικής συνύπαρξης και του αλληλοσεβασμού.

Η Εκκλησία δεν μπορεί να αδιαφορεί για τον κόσμο. Προφανέστατα, το συγκλονιστικό «ἡ βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἒστιν εκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ιωάνν. 18, 36) τονίζει ότι η βασιλεία αυτή δεν έχει σχέση με τον κόσμο της πτώσεως και της φθοράς, με τις αλλοτριωτικές δυνάμεις του κόσμου, με την αυτοαποθέωση και την «κακή αλλοίωση» του ανθρώπου. Δεν αναφέρεται όμως ουδόλως σε «μια άσαρκη αλήθεια περιπλανώμενη σε αιθέριες σφαίρες»6, σε μια Εκκλησία άνευρης ενδοστρέφειας, αυτάρκειας, φαρισαϊσμού των καθαρών ή περιφρόνησης του κόσμου. Αυτόν τον κίνδυνο καλείται η Εκκλησία του Χριστού να υπερβαίνει συνεχώς, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι πρέπει να οδηγηθεί σε συσχηματισμό ή σε νεστοριανίζουσα ταύτιση με τον κόσμο.

Η εκκλησιαστική θεολογία δεν μπορεί να αγνοεί τις εμπειρίες των μελών της Εκκλησίας, τις προκλήσεις των καιρών, τις επιρροές του πολιτισμού και των πολιτισμών της εποχής. Οι σύγχρονοι χριστιανοί δεν ζουν ούτε στην εποχή του Χριστού, ούτε στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, σε συγκεκριμένους πολιτισμικούς χώρους, με απτά προβλήματα, με τις αντιφάσεις και τις προοπτικές της εποχής μας. Σε αυτούς απευθύνονται η Εκκλησία και η θεολογία της, για τη μεταμόρφωση αυτού του κόσμου, πρέπει να λειτουργήσουν. Εύστοχα σημειώνει ο Μητροπολίτης Περγάμου  Ιωάννης  Ζηζιούλας: «Εκκλησία και κόσμος  αλληλοπεριχωρούνται, έστω κι αν δεν συμπίπτουν ούτε στη φύση τους ούτε στην ιστορία τους. Δεν είναι, συνεπώς, δυνατόν η Εκκλησία να αδιαφορεί για τον εκάστοτε σύγχρονο κόσμο της, αφού όχι μόνον επηρεάζεται από αυτόν, αλλά και σ' αυτόν καλείται να μεταφέρει το μήνυμα του Ευαγγελίου, και να επιδράσει με τον τρόπον αυτόν στον πολιτισμό του»7.

Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης μάς απεκάλυψε τις οικουμενικές διαστάσεις της Ορθοδοξίας, όπως αυτές εκφράστηκαν ανεπανάληπτα μέσα από το φωτεινό μεγαλείο της Αγια-Σοφιάς. Ο ορθόδοξος φονταμενταλισμός είναι η μονοφυσιτίζουσα άρνηση της Ορθοδοξίας, της ανοιχτοσύνης, της οικουμενικότητας και της φωτεινότητάς της. «Ὁ Θεός φῶς ἐστι και σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἒστιν οὐδεμία» (Α' Ίωάνν. 1,5). Χαρακτηριστικό για το οικουμενικό και φωτεινό αυτό πνεύμα είναι το πώς διδαχθήκαμε να βλέπουμε στη Χάλκη τη σχέση και σχάση ανατολικού και δυτικού χριστιανισμού. Τονιζόταν ότι Ανατολή και Δύση, παρά τις διαφορές, τις αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις, την αλλοτρίωση και την αμοιβαία δυσπιστία, δεν είναι δυνατόν να θεωρούνται ξένες, αφού, πάνω από μια χιλιετία, αποτελούσαν μια ενότητα, η οποία διαταράχθηκε, αλλά δεν διερράγη. Η μακρά κοινή πορεία ανατολικού και δυτικού χριστιανισμού πρέπει να αποτελεί μόνιμο σημείο αναφοράς στον οικουμενικό διάλογο.

Παρακολουθούσαμε με αγωνία και ελπίδες τις προσπάθειες οικουμενικής προσέγγισης, ζούσαμε τις επισκέψεις των δυτικών εκκλησιαστικών αντιπροσωπειών, διδασκόμασταν την πορεία της οικουμενικής κίνησης. Γαλουχηθήκαμε χωρίς συμπλέγματα ανωτερότητας ή κατωτερότητας απέναντι στη Δύση, μάλλον βιώνοντας ως βαθύ τραύμα στο σώμα της Εκκλησίας του Χριστού το μέγα Σχίσμα και τη διάσπαση της χριστιανοσύνης και πεπεισμένοι ότι με τον οικουμενικό διάλογο η Ορθοδοξία όχι μόνον δεν προδίδει ή απεμπολεί την αλήθεια της, δεν αλλοιώνει τις παραδόσεις της, όχι μόνον δεν χάνει τίποτε, αλλά τουναντίον ότι έχει μοναδική ευκαιρία να δώσει μαρτυρία για την πίστη των Πατέρων, να αποσαφηνίσει και να εκφράσει δυναμικά την ανεκτίμητη πνευματική της κληρονομιά, να την υπενθυμίσει στη λοιπή χριστιανοσύνη, και, ίσως, μέσα από όλα αυτά, να συνειδητοποιήσει και να κατανοήσει βαθύτερα την οικουμενική της διάσταση. Πραγματικά, ο οικουμενικός διάλογος δεν σημαίνει σχετικοποίηση της πίστης μας, αλλά εμβάθυνση και προβολή της.

Το πνεύμα της οικουμενικότητας και της ανοιχτοσύνης, το οποίο μας ενεφύσησε η Χάλκη, είναι σήμερα το ζητούμενο και η αναγκαία ορθόδοξη πρόταση και μαρτυρία μέσα στον σύγχρονο πλουραλισμό, όπου ο ειλικρινής διάλογος είναι η μοναδική ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση στην επαπειλούμενη «σύγκρουση των πολιτισμών». Την ιδιαιτερότητα της ορθόδοξης συμβολής στον διάλογο των θρησκειών περιγράφει πειστικά ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος: «Μια τέτοια διάθεση για διάλογο δεν σημαίνει αναστολή της χριστιανικής μας μαρτυρίας. Ακριβώς το αντίθετο. Ενώ βρισκόμαστε σε διάλογο, ερμηνεύουμε και αποσαφηνίζουμε τη μαρτυρία μας στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είμαστε υποχρεωμένοι να μιλούμε και να προσφέρουμε τον πολύτιμο θησαυρό που κατέχουμε. Δεν είναι δυνατόν να μένουμε σιωπηλοί προκειμένου γι' αυτά που η αγάπη του Θεού μάς αποκάλυψε και μάς δώρισε: κυρίως τη βεβαιότητα μας ότι ο Θεός είναι αγάπη, ότι όλοι οι άνθρωποι καλούνται να συμμετάσχουν στην κοινωνία αγάπης του Τριαδικού Θεού. Αλλά για να είμαστε πειστικοί, η μαρτυρία μας πρέπει να πηγάζει από την προσωπική μας ζωή και εμπειρία»8.

3. Η θεολογία ως μαρτυρία ελευθερίας

Στην εποχή της «επιστροφής του Θεού» και της αμφίσημης παγκόσμιας αναβίωσης της θρησκείας, η ορθόδοξη θεολογία καλείται να δώσει τη δική της μαρτυρία για το ευαγγέλιο της εν Χριστώ ελευθερίας. Καλείται να προβάλει τον πολιτισμό του προσώπου μέσα στον πολιτισμό της πληροφορίας, να μεταδώσει στον «παντοπόρο άπορο» σύγχρονο άνθρωπο το μήνυμα της ένθεης πορείας. Σε καμμιά άλλη εποχή οι αντιλήψεις για τον άνθρωπο και την ελευθερία του δεν ήταν τόσο ασαφείς, τόσο διαφορετικές, τόσο αντιφατικές, όσο στη δική μας. Το να υπερηφανευόμαστε για την ποικιλία και τον πλουραλισμό δεν λύνει, βεβαίως, τα προβλήματα που τους συνοδεύουν.

Η μαρτυρία της χριστιανικής θεολογίας θα δοθεί σήμερα μέσα σε ένα κόσμο, το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων του οποίου δεν ανήκουν στον Χριστιανισμό. Και όχι μόνον αυτό! Η θεολογία πρέπει να απαντήσει στη μομφή των μη δυτικών παραδόσεων ότι ο Χριστιανισμός ταυτίζεται με τις αξίες του δυτικού πολιτισμού, ότι εξέθρεψε τον ατομοκεντρισμό και δεν αντιστάθηκε στον ιμπεριαλισμό και στη σύγχρονη απαξίωση των αξιών. Πράγματι, η συνάντηση με τις θρησκείες αποτελεί σήμερα τη μεγάλη πρόκληση για τον Χριστιανισμό.

Η ορθή θεώρηση του πολιτισμικού πλουραλισμού πρέπει να αποτελεί κεντρικό άξονα της θεολογίας, ως χριστιανική αλλά και ως ανθρωπιστική επιταγή. Μέσα στον πολυθρησκευτικό κόσμο μας, ο διάλογος των θρησκειών δεν υπηρετεί μόνον την ειρήνη, η οποία είναι αδύνατον να εδραιωθεί χωρίς την ειρήνη των θρησκειών, αλλά συμβάλλει και στην προβολή των κοινών ανθρωπιστικών παραδοχών των θρησκειών. Ο διάλογος απελευθερώνει τις θρησκείες από τον απομονωτισμό και την εσωστρέφεια, που τρέφουν τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και τον φανατισμό. Στο μέλλον, η αξιοπιστία των θρησκειών θα συναρτάται όλο και πιο έντονα με τη συμβολή τους στον αγώνα για την ειρήνη, θα γίνεται όλο και λιγότερο κατανοητό πώς οι θρησκείες φανατίζουν και διχάζουν, αντί να είναι δυνάμεις καταλλαγής, αλληλεγγύης και ειρηνοποιϊας.

Στο διαθρησκειακό διάλογο δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί η μεγάλη ανθρωπιστική κριτική στη θρησκεία. Δεν είναι, πραγματικά, το ίδιο, αν η θρησκεία τροφοδοτεί τη διάσπαση και το διχασμό ή αν υπηρετεί την ενότητα και τη συμφιλίωση, αν λειτουργεί ως «όπιο του λαού» ή ως δύναμη ελευθερίας, αν ο Θεός της είναι θεός - δυνάστης ή θεός - αγάπης, «Θεός μεθ' ήμῶν». Η θρησκεία δεν μπορεί να είναι αλλοτριωτική εξισορρόπηση του ανθρώπου και εξουσιαστική άρση των υπαρξιακών του διχασμών, που, όμως, καταρρακώνει τις δημιουργικές του δυνάμεις. Η απελευθερωτική θρησκεία δεν καταργεί τις θεμελιώδεις ηθικές και ανθρωπιστικές αρχές, αλλά τις διευρύνει, τις εμπλουτίζει, τις ριζοσπαστικοποιεί.

Ένα άλλο κομβικό θέμα της θεολογίας είναι σήμερα η θέση του χριστιανού μέσα στον παγκοσμιοποιημένο τεχνολογικό πολιτισμό, ή το σύγχρονο «τεχνοπώλιο», το οποίο αναδεικνύεται σε κυρίαρχο πολιτισμό, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια και τη λειτουργία της θρησκείας, της τέχνης, της ηθικής, της πολιτικής, της κοινότητας κ. λπ.. Η ανθρώπινη ύπαρξη πιέζεται να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της τεχνοκρατίας, η πρόοδος ταυτίζεται με την τεχνολογική πρόοδο και οι παραδόσεις, οι οποίες προσέφεραν στους ανθρώπους προσανατολισμό, αξίες και νόημα ζωής, αποδυναμώνονται —ο Ν. Ρostman κάνει λόγο για πρωτοφανή «διάβρωση» ή «αφαίμαξη» των συμβόλων11.

Είναι προφανές ότι η ανθρωπότητα ζει στις μέρες μας μια πρωτόγνωρη περιπέτεια μέσα στο παγκοσμιοποιούμενο τεχνοπώλιο. Η εκπληκτική πρόοδος της τεχνολογίας τρέφει, βέβαια, τις ελπίδες για περιορισμό των δήθεν αναπότρεπτων καταστάσεων, για απελευθέρωση από τον πόνο και την ανάγκη, για καλύτερη οργάνωση της κοινωνίας. Οι άνθρωποι βιώνουν όμως την τεχνοκρατία και ως απειλή. Ο λόγος περί για τη «δυσφορίας μέσα στον τεχνολογικό πολιτισμό» ακούγεται συχνά. Είναι βέβαιο ότι οι κρίσεις και τα αδιέξοδα του τεχνοπωλιακού πολιτισμού δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν χωρίς τη συνδρομή της θρησκείας, της φιλοσοφίας, της τέχνης, του ανθρωπολογικού στοχασμού, χωρίς κοινωνική διαμαρτυρία και αντίσταση.

Η ορθόδοξη θεολογία καλείται να αρθρώσει μέσα σε αυτό το περιβάλλον τη δική της ιεράρχηση των αξιών, τη δική της πρόταση πολιτισμού, ζωής και ελευθερίας. Ιεράρχηση αξιών δεν σημαίνει απλώς πρόκριση κάποιων αξιών, αλλά προβολή της αυθεντικής λειτουργίας τους στην υπηρεσία του ανθρωπίνου προσώπου. Πάντως, η προβολή του πολιτισμού του προσώπου δεν σημαίνει άρνηση ή απόρριψη των επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνολογίας. Η σύγχρονη εποχή δεν είναι, σαφώς, η εποχή της έκπτωσης και της παρακμής, δεν είναι χειρότερη εποχή που γνώρισε η ανθρωπότητα και, εννοείται, φυσικά, ότι τα πράγματα δεν ήταν παλαιότερα καλά ή πολύ καλύτερα από τις μέρες μας. Εωσφορική δεν είναι μόνον η θεοποίηση της επιστήμης, αλλά και η δαιμονοποίησή της.

Η εμπειρία μας με τον άνθρωπο στον αιώνα που πέρασε, με την άβυσσο της ελευθερίας του και τις φοβερές δυνάμεις του κακού που εξαπέλυσε, το γεγονός ότι ούτε η ανάπτυξη της κουλτούρας, αλλά ούτε η γνώση και η επιστήμη κατάφεραν να μας εξανθρωπίσουν, προδικάζουν ότι το έργο της θεολογίας δεν θα είναι εύκολο. Κανένας, τελικά, δεν μπορεί να προβλέψει πού μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος. Το μέλλον της Ορθοδοξίας, πάντως, δεν είναι ο ορθοδοξισμός, το στένεμα και η αντιοικουμενικότητα, αλλά η φωτεινότητα και η ανοιχτοσύνη. Μόνον ό,τι είναι φως είναι Ορθοδοξία.

Επίλογος

Ο Γερμανός θεολόγος και συγγραφέας Heinz Zahrnt δηλώνει, στην αυτοβιογραφία του ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν ενθάρρυνε τους νέους και τις νέες που τον ρωτούσαν, αν αξίζει να σπουδάσουν θεολογία. Προσθέτει όμως, με νόημα: «Μόνον εάν κάποιος μου φαίνεται ιδιαιτέρως ζωηρός, με ανοικτό μυαλό και εξαιρετικά προικισμένος, εφόσον, βέβαια, δεν προέρχεται από "χριστιανικούς κύκλους" ή από ιερατική οικογένεια, τον ενθαρρύνω να το προσπαθήσει και να μην απελπισθεί, αμέσως μόλις νιώσει την πρώτη απογοήτευση»13.

Η Εκκλησία χρειάζεται νέους ανθρώπους που αγαπούν τη ζωή, που ενδιαφέρονται για τα «τῶν ἀνθρώπων πράγματα», ανθρώπους με καλλιέργεια και ευαισθησία, φιλόμουσους, φιλάνθρωπους, ανήσυχους και ευφυείς. Όλα πρέπει να ζυμωθούν κατά τη διάρκεια των θεολογικών τους σπουδών και στην εκκλησιαστική τους διακονία με το ορθόδοξο βίωμα, το ήθος της ελευθερίας και της αυθυπέρβασης, την ανοιχτοσυνη και την ανυπόκριτη, αγάπη, την άσκηση και την ευχαριστιακή χρήση του κόσμου. Είναι τραγικό, νέοι άνθρωποι να ξεκινούν τις θεολογικές τους σπουδές με αισιοδοξία και ελπίδα, με φωτεινό πρόσωπο και δύναμη, και όταν τελειώσουν, να έχουν γίνει κατηφείς και άνευροι, αυστηροί και κριτές των πάντων, κλειστοί και φοβισμένοι. Στη Χάλκη η πορεία ήταν διαφορετική. Όσοι από εμάς ξεκίνησαν με κάποιους ενδοιασμούς, άλλαξαν στην πορεία, αγάπησαν την Εκκλησία και τη θεολογία, ανακάλυψαν την Ορθοδοξία ως φως, ως οικουμενικό πολιτισμικό μέγεθος.

Ανθρώπους με πνεύμα ελευθερίας, ανοιχτοσύνης και φιλανθρωπίας έχει ανάγκη σήμερα η Ορθοδοξία, σε μια ιστορική στιγμή, όπου αναδεικνύεται πολλαπλώς η οικουμενική της διάσταση και απόστολη. Μέσα σε ένα κόσμο, ο οποίος αλλάζει ραγδαία, η χριστιανική θεολογία καλείται να δώσει λόγον «περί τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος», να αρθρώσει και να ερμηνεύσει για τους συγκεκριμένους ανθρώπους, της συγκεκριμένης ιστορικής μας εποχής, το ευαγγέλιο της εν Χριστώ ελευθερίας. Δεν υπάρχει δυνατότητα θεολογίας, η οποία να αγνοεί την εκάστοτε ιστορική πρόκληση. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, προσαρμογή του λόγου του σταυρού και της αναστάσεως στο πνεύμα των καιρών, «εκσυγχρονισμό» του Ευαγγελίου. Η Εκκλησία συνεχίζει το έργο του Χριστού, προσλαμβάνοντας, μεταμορφώνοντας, καινοποιώντας, ελευθερώνοντας τον κόσμο και τον άνθρωπο. «Ἐλευθέρα μέν ἡ κτίσις γνωρίζεται, υἱοί δε φωτός οἱ πρίν ἐσκοτισμένοι». Εάν ο Χριστός είναι ελευθερωτής, εάν ο Χριστιανισμός είναι κίνημα βιωμένης ελευθερίας, εάν η Εκκλησία είναι «ο χώρος της ελευθερίας», τότε η θεολογία πρέπει να είναι και στα χρόνια που έρχονται, ουσιαστικά, θεολογία της.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Γ. Φλωρόφσκι, Πατερική θεολογία και το ήθος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στο έργο: ο ίδιος, θέματα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, μτφρ. Π. Πάλλη, εκδ. Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1979,18.

2. Γ. Μαντζαρίδης, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην ιστορία και το παρόν, στο έργο: Πρακτικά Διεθνών Επιστημονικών Συνεδρίων Αθηνών (13-15 Νοεμβρίου 1998) και Λεμεσού (5-7 Νοεμβρίου 1999), Ιερά Μονή Βατοπεδίου. Άγιον Ορος 2000,57.

3. Χ. Γιανναράς. Αόριστη Ελλάδα. Κοντσέρτο για δύο αποδημίες, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1994. 30.

Πέτρος Δαμασκηνός, Περί της κατά θεόν αναγνώσεως. Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών. τ. Γ', εκδ. Αστήρ, 69-71.

4. Μιχαήλ Καρδαμάκης, Ορθόδοξη πνευματικότητα. Η αυθεντικότητα του ανθρώπίλ'ου ήθους, Β' έκδ., εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1993. 34.

5. Νίκος Ματσούκας, Ευαγγέλιο και πολιτισμός. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής. Τμήμα θεολογίας. Νέα σειρά, τ. 9. Θεσσαλονίκη 1999,191.

6. Ιωάννης Ζηζιούλας. Η Ορθοδοξία και ο σύγχρονος κόσμος, στο έργο: Οικοδομή και Μαρτυρία. Έκφρασις αγάπης και τιμής εις τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιον, Κοζάνη 1991, 215.

6. Αναστάσιος Γιαννουλάτος, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία. Μελετήματα Ορθοδόξου προβληματισμού, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2000. 206.

7. Βλ. Ν. Πόστμαν, Τεχνοπώλιο. Η υποταγή του πολιτισμού στην τεχνολογία, μτφρ. Κ. Μεταξά, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999. Βλ. και Κ. Δεληκωσταντής. Τεχνοπώλιο. 8. Ανθρωπολογικοί προβληματισμοί για ένα νέο πολιτισμό. Ακτίνες 63 (Μάιος 2000) 183-189.

9. Η. Ζahrnt, Mutmassungen über Gott. Die Summe meines Lebens, München / Zürich 1997,259 - 260.

10. Ειρμός του κανόνος των Θεοφανείων, Η' ωδή.

11. Ζηζιοΰλας, Το δίκαιον του προσώπου, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 72 (1997), τεύχος Β', 601.

επιστροφή