Ὁ Κ. Δεληκωσταντῆς γιὰ «Τὸ Εἰσοδικὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας»

Ὁ Κ. Δεληκωσταντῆς γιὰ «Τὸ Εἰσοδικὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας»

Σεβασμιώτατε Ἐκπρόσωπε τοῦ Παναγιωτάτου,

Κύριε Πρόεδρε τοῦ Συλλόγου μας,

Ἐκλεκτὴ ὁμήγυρις, 

Ὅταν στείλει κάποιος ἕνα βιβλίο ποὺ ὁ ἴδιος ἔγραψε -ἤ ἅλλο βιβλίο- στὸν Παναγιώτατο, ἐκεῖνος τοῦ ἀπαντᾶ μὲ μιὰ ὡραία ἐπιστολὴ, στὴν ὁποία γράφονται, μεταξὺ ἄλλων, τὰ ἑξῆς:

«Κάθε βιβλίον εἶναι ἔκφρασις καὶ μαρτυρία τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς μελέτης, τοῦ στοχασμοῦ καὶ τῆς συγγραφικῆς ἐργασίας τοῦ δημιουργοῦ του. Συχνάκις, τὸ βιβλίον ἐμπερικλείει προσπάθειαν καὶ κόπον ὁλοκλήρου ζωῆς. Διὰ τὸν ἀναγνώστην, τὸ καλὸν βιβλίον δύναται νὰ λειτουργήσῃ ὡς πραγματικὴ ἀποκάλυψις, ὡς εἴσοδος εἰς ἕνα συναρπαστικὸν κόσμον, ὡς εὐκαιρία διαλόγου καὶ συμπνευματισμοῦ μὲ τὸν συγγραφέα καὶ τὰς ἰδέας του, νὰ τὸν εἰσαγάγῃ εἰς μίαν περιπέτειαν, ἡ ὁποία εἶναι ἱκανὴ νὰ μεταμορφώσῃ ριζικῶς τὴν ζωήν του».

Στὸν συναρπαστικὸ κόσμο τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς μᾶς εἰσάγει τὸ ὑπέροχο βιβλίο τοῦ ἀγαπητοῦ Ἄρχοντος Ὑπομνηματογράφου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἰατροῦ, συμπατριώτη καὶ φίλου κ. Χριστοφόρου Σωφρονίου. Τὸν συγχαίρω ἐκ μέσης καρδίας. Ἔγραψε τὸ κείμενο αὐτὸ, ὄχι ὡς ἁπλὸς ἐπισκέπτης καὶ παρατηρητὴς στὴν Ἁγια-Σοφιά, ἀλλὰ ὡς κοινωνὸς τῶν γεγονότων καὶ τῶν πραγμάτων, μετέχοντας μὲ ὅλη του τὴν ὕπαρξη στὸ θαῦμα. Γνωρίζουμε, τελικά, ὅ, τι ἀγαπᾶμε. Βασικά, δὲν τὸ γνωρίζουμε, μᾶς ἀποκαλύπτεται. Τότε φωτίζεται ὁ νοῦς, κραταιοῦται, ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὴν καρδιά, ποὺ ἔχει τὰ δικά της μάτια, τὴν δική της δύναμη, τὸν δικό της «λόγον». Δὲν εἶναι ἀντικείμενο ἡ Ἁγια-Σοφιά γιὰ τὸν συγγραφέα μας. Μιλᾶ ἐκείνη, κι αὐτὸς ἀκούει.

Διαβάζοντας «Τὸ Εἰσοδικὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας» μαθαίνουμε γιὰ τὸ πνεῦμα ποὺ τὴν δημιούργησε καὶ τὴν Ἀλήθειαν ποὺ ἐκφράζει, γιὰ τὸν ἔνθεο ζῆλο τοῦ Αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ, γιὰ τὴν ἰδιοφυΐα τοῦ Ἀνθεμίου καὶ τοῦ Ἰσιδώρου, γιὰ τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ θαύματος. Τί κατασκευαστικὸ ἐπίτευγμα, ἀλήθεια, νὰ στέκεται ἀγέρωχη ἡ Ἁγια-Σοφιὰ 1500 χρόνια, μετὰ ἀπὸ 100 καταγεγραμμένους σεισμοὺς καὶ ἄγνωστο ἀριθμὸ μὴ καταγεγραμμένων. Διδασκόμαστε γιὰ τὶς μεγάλες περιπέτειες τῆς Ρωμιοσύνης, γιὰ τὸ τί σήμαινε ἡ μετατροπὴ τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς σὲ λατινικὸ ναὸ ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους, σὲ μουσουλμανικό τέμενος καὶ σὲ μουσεῖο, γιὰ τὴ σύγχρονη κατάστασή της.

«Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς “ψάλλει”, μὲ τὴν πέτρα, τὸ μάρμαρο, τὸ σίδερο, τὸ ξύλο, τὸν τρόπο ποὺ ἡ σάρκα τοῦ κόσμου γίνεται σάρκα τοῦ Θεοῦ Λόγου», γράφει ἕνας σύγχρονος στοχαστής. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀναδεικνύει μὲ τὴ γραφή του καὶ τὸ ἀνεπτυγμένο θεολογικὸ καὶ καλλιτεχνικὸ αἰσθητήριό του ὁ συγγραφέας μας. Κατ’ οὐσίαν, ὅταν ὁ μουσουλμάνος πιστὸς προσευχόταν στὴν Ἁγια-Σοφιά, εὑρισκόταν σὲ ἕνα χῶρο ξένο πρὸς τὴν πίστη του, ἡ ὁποία ἀπορρίπτει τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ ἀρνεῖται τὴν Ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Δὲν ὠφελοῦν οὔτε οἱ ἀλλαγὲς καὶ οἱ προσθῆκες ποὺ ἔγιναν, οὔτε τὸ ξύσιμο τῶν σταυρῶν ἀπὸ τὰ θωράκια, οὔτε οἱ διαδηλώσεις γιὰ νὰ ξαναγίνει τζαμί ὁ Ναὸς τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Ἡ Ἁγια-Σοφιά ἦταν, εἶναι καὶ θὰ παραμείνει ναὸς χριστιανικὸς εἰς τὸν αἰῶνα, ὅπως γράφει καὶ ὁ κ. Σωφρονίου: «Ἡ καθιέρωση τῆς ἐκκλησίας ὡς τράπεζας τοῦ ἀέναου Μυστικοῦ Δείπνου εἶναι ἀνεξάλειπτη» (σ. 205).

Ἀπὸ τὰ νεανικά μου χρόνια μὲ ἀπασχολοῦσε ἡ ἄποψη ἑνὸς γνωστοῦ γερμανοῦ λογοτέχνη, ὅτι ἡ χειρότερη ἀλλαγὴ καὶ ἀλλοτρίωση στὴν Ἁγια-Σοφιά ἔγινε ὄχι ὅταν αὐτὴ κατέστη μουσουλμανικὸ τέμενος, ἀφοῦ καὶ τότε παρέμεινε χῶρος προσευχῆς στὸν Ἕνα Θεό, ἀλλὰ ὅταν μετετράπη σὲ μουσεῖο τὸ 1935. Ἔγραφε ὁ ἐν λόγῳ τὰ ἑξῆς: «Ὁ ναὸς ἄδειασε. Πέθανε ἡ Ἁγια-Σοφιά. Τώρα ἡ μελέτη της ἦταν τὸ σπουδαιότερο πράγμα. Ἡ Ἐκκλησία ἔγινε ἀντικείμενο, ἔγινε περιεχόμενο τῆς ἱστορίας τῆς τέχνης. Παραδόθηκε στὴν χρήση καὶ τὴν διάθεση τῶν τουριστῶν».

Ἡ μελέτη τοῦ βιβλίου τοῦ κ. Σωφρονίου μὲ βοήθησε στοὺς προβληματισμούς μου. Γράφει ὁ Ἄρχων Ὑπομνηματογράφος: «Τί ὑποτίμηση τῆς ἱστορίας της ὁ ὑποβιβασμός της σὲ μουσεῖο καὶ ἡ ἔκθεσή της στὴν “πολλὴν συνάφειαν τοῦ κόσμου”» (σ. 266). Ὄντως, οἱ ξεναγοὶ καὶ τὰ ἑκατομμύρια τῶν τουριστῶν δὲν ἔχουν πρόσβαση στὸ οὐσιῶδες, τοὺς ἐνδιαφέρουν κάποιες ἀνούσιες καὶ πεζὲς λεπτομέρειες. Δὲν καταλαβαίνουν τὴν ἀστοχία τοῦ νὰ κρίνουμε τὴν ἀξία ἑνὸς σπουδαίου πίνακα, ἄς ποῦμε τοῦ Van Gogh, συζητῶντας γιὰ τὴν κορνίζα του.

Στὸ πλαίσιο αὐτὸ, ἐπιθυμῶ νὰ σημειώσω ὅτι γιὰ μένα ἡ μεγαλύτερη προσβολὴ τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς συμβαίνει ὅταν τὴν ἐπισκεπτόμαστε ἐμεῖς ὡς Ἕλληνες ὀρθόδοξοι χριστιανοί, καὶ δὲν κατανοοῦμε τίποτε ἀπὸ τὴν Ἀλήθειά της, δυστυχῶς, ὡς ἐκπρόσωποι ἑνὸς λαοῦ ἱστορικοῦ, ὁ ὁποῖος χωρὶς νὰ γνωρίζει αὐτὸ ποὺ ἦταν καὶ εἶναι, ἐπιθυμεῖ νὰ γίνει κάτι ἄλλο, κάτι διαφορετικό. Πάντοτε μὲ προβλημάτιζε, γιατὶ δὲν μᾶς ἀγγίζουν σήμερα οἱ ἀλήθειες ποὺ συγκλόνισαν ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ σὰν τὸν Μέγα Βασίλειο, τὸν Ἰωάννη Χρυσόστομο, τὸν Μέγα Φώτιο, τὸν Μακρυγιάννη καὶ τὸν Παπαδιαμάντη, ἀλήθειες ποὺ ἐμώραναν τοῦς δεινοὺς συζητητές καὶ ἔσωσαν τὸ Γένος. Ἡ Ἁγια-Σοφιὰ εἶναι ἡ σύνοψη τῆς πίστεως τῶν Ὀρθοδόξων, εἶναι τὸ μεγαλύτερο μνημεῖο τοῦ «βαπτισμένου Ἑλληνισμοῦ».

Τὸ βιβλίο τοῦ Χριστοφόρου Σωφρονίου, αὐτὸ μᾶς ἀποκαλύπτει. Μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε ὑπερήφανοι ποὺ εἴμαστε Ὀρθόδοξοι καὶ κληρονόμοι τῆς σπουδαίας αὐτῆς πνευματικῆς παρακαταθήκης, χυμένης στὸ μάρμαρο, στὸν μοναδικὸ τροῦλον, στὰ ὑπέροχα ψηφιδωτά, τὴν Πλατυτέρα, τὴν ἀνεπανάληπτη Δέηση, ὅλα ἀλήθεια καὶ φῶς. Σὲ ἐμένα θύμισε τὴν πρώτη ἐπίσκεψή μου, τὴν πρώτη ἀπὸ τὶς εἴκοσι περίπου, στὴν Ἁγια-Σοφιά. Ὅταν μπῆκα ἀπὸ τὸν Νάρθηκα στὸν ὁλόφωτο κυρίως ναὸ, ἦταν σὰν νὰ εἰσῆλθα στὸν Παράδεισο, αἰσθάνθηκα σὰν νὰ εὑρίσκομαι στὸν χῶρο, τὸν ὁποῖο δὲν θὰ ἤθελα ποτὲ νὰ ἐγκαταλείψω. Τὸ φῶς τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς εἶναι μοναδικό, ἀπερίγραπτο, οὐράνιο, ὅπως λέγει καὶ ὁ συγγραφέας μας: «Ὁ φωτισμὸς τῆς Ἁγιασοφιᾶς ἔχει κάτι τὸ μαγικό, ἤ, ἄν θέλετε, τὸ θαυματουργικό, καὶ δὲν περιγράφεται μὲ ὅρους τεχνικῆς καὶ φωτομετρήσεων» (σ. 199). Καὶ γιὰ τὸν μεγαλοπρεπῆ τροῦλο γράφει: «Ὁ τροῦλος δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι “πατᾶ”, αἰωρεῖται μᾶλλον, πάνω στὴν κορυφὴ τῶν τεσσάρων τόξων ἀπαλά, σὰν νὰ τὰ σέβεται, γιατί τὸ βάρος τοῦ τεράστιου ὄγκου δείχνουν νὰ τὸ μοιράζονται μεταξύ τους τὰ τέσσερα τριγωνικὰ λοφία καὶ νὰ σχηματίζουν ὅλα τους ἕνα ἀέρινο στεφάνι» (σ. 185).

Ἡ Ἁγια-Σοφιὰ μᾶς καλεῖ καὶ μᾶς ἀναμένει. Ὄχι ὡς τουρίστες, ἀλλὰ ὡς προσκυνητές στὸν πατρικὸ οἶκο. Καὶ μᾶς παραπέμπει στὸ Φανάρι, ἐκεῖ ὅπου σήμερα φυλάσσονται ἀνυστάκτως τὰ Ὅσια καὶ τὰ Ἱερὰ τοῦ Γένους, στὴν Μητέρα Ἐκκλησία. Κλείνω τὴν σύντομη αὐτὴ παρουσίαση μὲ τὰ λόγια τοῦ ἄξιου συγγραφέα μας καὶ μὲ μιὰ ἀναφορὰ στὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ. Γράφει ὁ κ. Σωφρονίου: «Κάθε χῶρος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας μᾶς κερνᾶ τὸ μέλι τῆς μοναδικότητάς του καὶ μᾶς ἀνταμείβει μὲ τὴ χαρὰ τῆς αἴσθησης τοῦ οἰκείου. Ὅμως πολλὰ μυστικὰ μᾶς κρύβει ἡ Ἁγιασοφιὰ καὶ μᾶς τὰ φιλεύει μὲ φειδώ, λὲς καὶ μᾶς καλεῖ ξανὰ καὶ ξανὰ προσκυνητὲς καὶ ἱκέτες της καὶ ἐξερευνητὲς τῆς μυστικῆς χάρης καὶ τοῦ ἀνεκλάλητου κάλλους της» (σ. 102). Ὁ καθηγητὴς Χρῆστος Γιανναρᾶς μετὰ τὴν ἐπισκεψή του στὸ Φανάρι, ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, ἔγραψε τὰ ἑξῆς σπουδαῖα: «Ἡ Ἁγια-Σοφιὰ ἦταν γιὰ μένα μιὰ ἑρμηνεία τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, καὶ ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς». Καὶ προσέθεσε, ὅτι καμμία ἔξωθεν ἐπιβουλὴ δὲν μπορεῖ νὰ θίξει τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὅσο αὐτὸ «θὰ εξακολουθεῖ νὰ ζεῖ στὶς διαστάσεις τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς, νὰ ἐνσαρκώνει τὴν οἰκουμενικότητα τῆς ὀρθοδοξίας σὰν ὁλότητα ἀλήθειας καὶ ζωῆς».

Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν προσοχή σας!

επιστροφή