Χριστούγεννα 2018. Πατριαρχική Απόδειξις

Χριστούγεννα 2018. Πατριαρχική Απόδειξις

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,

ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ

ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί, προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Δοξάζομεν τόν Πανάγιον καί Πανοικτίρμονα Θεόν, διότι ἠξιώθημεν καί ἐφέτος νά φθάσωμεν εἰς τήν πανέορτον ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, τήν ἑορτήν τῆς σαρκώσεως τοῦ προαιωνίου Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ «δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν». Διά τοῦ «ἀεί μυστηρίου» καί «μεγάλου θαύματος» τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, τό «μέγα τραῦμα», ὁ ἐν σκότει καί σκιᾷ καθήμενος ἄνθρωπος, καθίσταται «υἱός φωτός καί υἱός ἡμέρας»[1] , ἀνοίγει δι᾿ αὐτόν ἡ εὐλογημένη ὁδός τῆς κατά χάριν θεώσεως. Ἐν τῷ θεανδρικῷ μυστηρίῳ τῆς Ἐκκλησίας καί διά τῶν ἱερῶν μυστηρίων της, γεννᾶται καί μορφοῦται ὁ Χριστός εἰς τήν ψυχήν καί τήν ὕπαρξίν μας. «Ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος», θεολογεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ἐφάπαξ κατά σάρκα γεννηθείς, ἀεί γεννᾶται θέλων κατά πνεῦμα διά φιλανθρωπίαν τοῖς θέλουσι· καί γίνεται βρέφος, ἑαυτόν ἐν ἐκείνοις διαπλάττων ταῖς ἀρεταῖς καί τοσοῦτον φαινόμενος, ὅσον χωρεῖν ἐπίσταται τόν δεχόμενον»[2] . Δέν εἶναι «Θεός – Ἰδέα», ὡς ὁ θεός τῶν φιλοσόφων, οὔτε Θεός κεκλεισμένος εἰς τήν ἀπόλυτον ὑπερβατικότητά του καί ἀπροσπέλαστος, ἀλλά εἶναι ὁ «Ἐμμανουήλ», ὁ «Θεός μεθ᾿ ἡμῶν»[3] , εὑρίσκεται ἐγγύτερον εἰς ἡμᾶς, ἀπό ὅσον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι εἰς τόν ἑαυτόν μας, εἶναι «καί ἡμῶν αὐτῶν συγγενέστερος»[4].

 

Ἡ πίστις εἰς τήν ἀπρόσιτον καί ἄσαρκον Θεότητα δέν μεταμορφώνει τήν ζωήν τοῦ ἀνθρώπου, δέν αἴρει τήν πόλωσιν μεταξύ ὕλης καί πνεύματος, δέν γεφυρώνει τό χάσμα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς. Ἡ Σάρκωσις τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἡ φανέρωσις τῆς ἀληθείας περί Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ἡ ὁποία σώζει τό ἀνθρώπινον γένος ἀπό τούς σκοτεινούς λαβυρίνθους, τόσον τοῦ ὑλισμοῦ καί τοῦ ἀνθρωπομονισμοῦ, ὅσον καί τοῦ ἱδεαλισμοῦ καί τοῦ δυϊσμοῦ. Ἡ καταδίκη τοῦ νεστοριανισμοῦ καί τοῦ μονοφυσιτισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας σηματοδοτεῖ τήν ἀπόρριψιν δύο καθολικωτέρων τάσεων τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, καί δή ἀφ᾽ ἑνός τῆς ἀπολυτοποιήσεως τοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ καί ἀφ᾽ ἑτέρου τῆς ἐξιδανικεύσεως τῆς ἰδεαλιστικῆς ἐκδοχῆς τῆς ζωῆς καί τῆς ἀληθείας, παρεκκλίσεων ἰδιαιτέρως διαδεδομένων καί εἰς τήν ἐποχήν μας.

Ὁ σύγχρονος «νεστοριανισμός» ἐκφράζεται ὡς πνεῦμα ἐκκοσμικεύσεως, ὡς ἐπιστημονισμός καί ἀπόλυτος προτεραιότης τῆς χρηστικῆς γνώσεως, ὡς ἀπόλυτος ἰδιονομία τῆς οἰκονομίας, ὡς αὐτοσωτηρική ἀλαζονεία καί ἀθεΐα, ὡς ὁ «μή πολιτισμός» τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ καί τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, ὡς νομικισμός καί ἠθικισμός, ὡς «τέλος τῆς αἰδοῦς» καί ταύτισις τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης καί τῆς μετανοίας μέ τήν λεγομένην «ἠθικήν τῶν ἀδυνάτων», Ὁ «μονοφυσιτισμός» πάλιν ἐκπροσωπεῖται σήμερον ἀπό τάς τάσεις δαιμονοποιήσεως τοῦ σώματος καί τοῦ φυσικοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τόν πουριτανισμόν καί τά σύνδρομα «καθαρότητος», τήν ἐσωστρεφῆ ἄκαρπον πνευματικότητα καί τούς ποικίλους μυστικισμούς, ἀπό τήν περιφρόνησιν τοῦ ὀρθοῦ λόγου, τῆς τέχνης καί τοῦ πολιτισμοῦ, ἀπό τήν ἄρνησιν τοῦ διαλόγου καί τήν ἀπόρριψιν τοῦ διαφορετικοῦ, μέ ἐπικίνδυνον ἐκφραστήν, ἐν ὀνόματι τῆς «μόνης καί ἀποκλειστικῆς ἀληθείας», τόν θρησκευτικόν φονταμενταλισμόν, ὁ ὁποῖος τρέφεται ἀπό ἀπολυτοποιήσεις καί ἀπορρίψεις καί τροφοδοτεῖ τήν βίαν καί τήν διάσπασιν. Εἶναι προφανές ὅτι, τόσον ἡ νεστοριανίζουσα ἀποθέωσις τοῦ κόσμου, ὅσον καί ἡ μονοφυσιτίζουσα δαιμονοποίησίς του, ἀφήνουν τόν κόσμον καί τήν ἱστορίαν, τόν πολιτισμόν καί τούς πολιτισμούς, ἐκτεθειμένους εἰς τάς δυνάμεις τοῦ «νῦν αἰῶνος», καί παγιώνουν τοιουτοτρόπως τήν αὐτονόμησιν καί τά ἀδιέξοδά των.

Ἡ χριστιανική πίστις εἶναι ἡ βεβαιότης τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ὑπό τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, ὁ ὁποῖος προσέλαβε φιλανθρώπως τήν ἡμετέραν φύσιν καί ἐχαρίσατο ἡμῖν πάλιν τό διά τῆς πτώσεως ἀπολεσθέν «καθ᾽ ὁμοίωσιν», ἱκανώσας ἡμᾶς εἰς τήν κατ᾽ ἀλήθειαν ζωήν ἐν τῷ Σώματι Αὐτοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ. Σύνολος ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζει τό μυστήριον τῆς θεανθρωπότητος. Ὁ Θεάνθρωπος Σωτήρ ἀνέλαβεν «ἐκκλησίας σάρκα»[5] καί ἔδειξε, «πρῶτος καί μόνος», «τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον καί τέλειον καί τρόπων καί ζωῆς καί τῶν ἄλλων ἕνεκα πάντων»[6] . Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ τόπος τῆς «κοινῆς σωτηρίας», τῆς «κοινῆς ἐλευθερίας» καί τῆς ἐλπίδος τῆς «κοινῆς βασιλείας», εἶναι ὁ τρόπος τῆς βιώσεως τῆς ἐλευθεροποιοῦ ἀληθείας, ὁ πυρήν τῆς ὁποίας εἶναι τό ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ. Ἡ ἀγάπη αὐτή ὑπερβαίνει τά ὅρια τῆς ἁπλῆς ἀνθρωπιστικῆς δράσεως, καθ᾽ ὅτι ἡ πηγή καί τό πρότυπον αὐτῆς εἶναι ἡ ὑπερβαίνουσα τόν ἀνθρώπινον λόγον θεία φιλανθρωπία. «Ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεός εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι᾽ αὐτοῦ. Ἐν τούτῳ ἐστίν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τόν Θεόν, ἀλλ᾽ ὅτι αὐτός ἠγάπησεν ἡμᾶς … Ἀγαπητοί, εἰ οὕτως ὁ Θεός ἠγάπησεν ἡμᾶς, καί ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλους ἀγαπᾶν»[7] . Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ἐκεῖ εἶναι παρών ὁ Θεός.

Αὐτή ἡ σωτηριώδης ἀλήθεια πρέπει νά ἐκφράζεται καί εἰς τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον ἑορτάζομεν τό σεπτόν Γενέθλιον τοῦ ἐπισκεψαμένου ἡμᾶς ἐξ ὕψους Σωτῆρος ἡμῶν. Ἡ ἑορτή εἶναι πάντοτε «πλήρωμα χρόνου», καιρός αὐτογνωσίας, εὐχαριστίας διά τό μέγεθος τῆς θείας φιλανθρώπου ἀγάπης, μαρτυρία τῆς ἀληθείας τῆς θεανθρωπότητος καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας. Ὁ χριστοτερπής ἑορτασμός τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι μία πρᾶξις ἀντιστάσεως εἰς τήν ἐκκοσμίκευσιν, εἰς τόν ἀποχρωματισμόν τῆς ἑορτῆς καί τήν μετατροπήν της εἰς «Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν» καί εἰς πανήγυριν τοῦ Ἔχειν, τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τῆς ματαιοδοξίας, καί δή εἰς ἕνα κόσμον πλήρη κοινωνικῶν ἐντάσεων, ἀξιολογικῶν ἀνατροπῶν καί συγχύ-σεως, βίας καί ἀδικίας, ὅπου τό «παιδίον Ἰησοῦς» εὑρίσκεται καί πάλιν ἀντιμέτωπον μέ ἄτεγκτα συμφέροντα ποικιλωνύμων ἐξουσιῶν.

 

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί πεφιλημένα τέκνα,

 

Γενεά παρέρχεται καί γενεά ἔρχεται, καί αἱ ἐπερχόμεναι ἐξελίξεις εἶναι κατ᾿ ἄνθρωπον δυσκόλως προβλέψιμοι. Ἡ γνησία πίστις, ὅμως, δέν ἔχει διλήμματα. Ὁ Λόγος ἐγένετο σάρξ, ἡ «ἀλήθεια ἦλθε» καί «παρέδραμεν ἡ σκιά», μετέχομεν ἤδη τῆς Βασιλείας ἐν τῇ πορείᾳ πρός τήν τελείωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐνσάρκου Θείας Οἰκονομίας. Ἔχομεν ἀκλόνητον τήν βεβαιότητα, ὅτι τό μέλλον ἀνήκει εἰς τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας»[8] , ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι καί θά παραμένῃ τόπος ἁγιασμοῦ καί ἐνθέου βιοτῆς, ἀνακαινίσεως τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, πρόγευσις τῆς δόξης τῆς Βασιλείας, ὅτι θά συνεχίσῃ «νά δίδῃ τήν εὐαγγελικήν μαρτυρίαν» καί «νά διανέμῃ ἐν τῇ οἰκουμένῃ τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπην Του, τήν εἰρήνην, τήν δικαιοσύνην, τήν καταλλαγήν, τήν δύναμιν τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκίαν τῆς αἰωνιότητος»[9]. Τό σύγχρονον ἰδεολόγημα περί «μεταχριστιανικῆς» ἐποχῆς εἶναι ἄτοπον. «Μετά Χριστόν», τά πάντα εἶναι, καί μένουν εἰς τόν αἰῶνα, «ἐν Χριστῷ».

Κλίνοντες εὐσεβοφρόνως τά γόνατα ἐνώπιον τοῦ Θείου Βρέφους τῆς Βηθλεέμ καί τῆς βρεφοκρατούσης Παναγίας Μητρός Αὐτοῦ, καί προσκυνοῦντες τόν ἐνανθρωπήσαντα «παντέλειον Θεόν», ἀπονέμομεν, ἐκ τοῦ ἀκοιμήτου Φαναρίου, τοῖς ἀνά τήν οἰκουμένην τέκνοις τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τήν Πατριαρχικήν ἡμῶν εὐλογίαν ἐπί τῷ Ἁγίῳ Δωδεκαημέρῳ, εὐχόμενοι ὑγιεινόν, ἀγλαόκαρπον καί εὐφρόσυνον τόν νέον ἐνιαυτόν τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου.

 

Χριστούγεννα ‚βιη’

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως

διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

 

………………………………..

1. Α’ Θεσσ. ε’, 5.
2. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ Κεφάλαια διάφορα θεολογικά τε καί οἰκονομικά, PG 90, 1181.
3. πρβλ. Ματθ. α’, 23
4. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ΣΤ’, PG 150, 660.
5. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία πρό τῆς ἐξορίας, PG 52, 429.
6. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Στ´, PG 150, 680.
7. Α´ Ἰωάν. δ´, 9-11.
8. Ἑβρ. ιγ’, 8.
9. Ἐγκύκλιος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη 2016), Προοίμιον.

περισσότερα

Μητέρα Εκκλησία όλων των βαλκανικών λαών είναι η Κωνσταντινούπολη

Μητέρα Εκκλησία όλων των βαλκανικών λαών είναι η Κωνσταντινούπολη

Την επισήμανση ότι στις διορθόδοξες σχέσεις θα πρέπει να υπάρχει ευθύτητα, εντιμότητα και ειλικρίνεια, έκανε ο Οικουμενικός Πατριάρχης, Βαρθολομαίος, απευθυνόμενος σε όμιλο καθηγητών και τελειοφοίτων σπουδαστών του Σεμιναρίου των Σκοπίων «Άγιος Κλήμης της Αχρίδος», οι οποίοι χθες επισκέφθηκαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο πλαίσιο προσκυνηματικής εκδρομής τους στην Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη.

Ο κ. Βαρθολομαίος αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, και στην πρόσφατη ενέργεια της Εκκλησίας της Βουλγαρίας να δώσει «εκκλησιαστική μητρότητα» στη σχισματική Εκκλησία της ΠΓΔΜ:

«Θίγω αυτό το θέμα επειδή θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί σας. Αυτή η ενέργεια της αδελφής Εκκλησίας της Βουλγαρίας ήταν λανθασμένη. Δεν βοηθεί. Περιπλέκει τα πράγματα. Η Μητέρα Εκκλησία όλων των βαλκανικών λαών είναι η Κωνσταντινούπολη. Αυτό το λέει η αδέκαστος ιστορία. Αυτή που συζητείται είναι μια πλασματική μητρότης. Και δεν μπορεί η Βουλγαρία να σας εισαγάγει στην Κανονικότητα, σε κανονικές σχέσεις με τις άλλες Εκκλησίες. Εις τας διορθοδόξους σχέσεις πρέπει να υπάρχει ευθύτης, εντιμότης και ειλικρίνεια» σημείωσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης και πρόσθεσε: «Κάθε φορά που συγκαλείται Σύναξη Ορθοδόξων Προκαθημένων, είτε εδώ είτε εις το Σαμπεζύ, η προσπάθεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι να βάζουμε όλα τα θέματα τα διορθόδοξα πάνω στο τραπέζι και να τα συζητούμε με εντιμότητα και ειλικρίνεια. Το ίδιο κάναμε και εις το θέμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, την οποία ετοιμάσαμε όλες οι Εκκλησίες μαζί. Η τελευταία Σύναξις των Ορθοδόξων Προκαθημένων ήταν τον Ιανουάριο του 2016 στο Σαμπεζύ και συζητήσαμε, έστω και με δυσκολίες μερικές φορές εκεί, όλα τα θέματα και ετοιμάσαμε τα κείμενα τα οποία θα ενέκρινε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος. Ετοιμάσαμε τον Κανονισμόν λειτουργίας της και είπαμε, “τον Ιούνιο, καλή Αντάμωση στην Κρήτη”. Τα υπέγραψαν όλοι και πέρασαν τρεις, τέσσερις μήνες χωρίς να προκύψει κάτι το καινούργιο, χωρίς να διαμαρτυρηθεί κανείς, και την τελευταία στιγμή τέσσερις Εκκλησίες είπαν εμείς δεν ερχόμαστε. Όμως η Σύνοδος έγινε. Αλλά αυτό δεν δείχνει εντιμότητα και ειλικρίνεια από μέρους αυτών των τεσσάρων Εκκλησιών, αφού τα είχαμε συμφωνήσει και τα είχαμε υπογράψει όλα».

Στην ομιλία του ο κ. Βαρθολομαίος αναφέρθηκε και στην επίσκεψη που πραγματοποίησε προχθές, Τρίτη, ο Πρόεδρος της πΓΔΜ με την οικογένεια και τη συνοδεία του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στις καλές και φιλικές σχέσεις που έχουν μεταξύ τους, καθώς συναντώνται συχνά σε διεθνή συνέδρια που διοργανώνονται στην Πόλη.

Ο Πατριάρχης προέτρεψε τους φοιτητές να επισκέπτονται συχνά την Πόλη και την Έδρα της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας της Ορθοδοξίας.

«Να ξέρετε ότι σας αγαπούμε και να έρχεστε όποτε θέλετε σε αυτή την όμορφη και ιστορική Πόλη, όπου είναι οι Αυλές της Μητρός Εκκλησίας από την οποία πήρατε και εσείς, και όλοι οι βαλκανικοί λαοί, και η Ρωσία, το βάπτισμα και τα φώτα του Χριστιανισμού. Επομένως, κάθε φορά που έρχεστε εδώ κοντά μας, στην Κωνσταντινούπολη, δεν πρέπει να αισθάνεσθε ότι είστε ξένοι, ότι είστε επισκέπτες, φιλοξενούμενοι, αλλά ότι είστε στο σπίτι σας. Έχουμε πολλές ελπίδες για εσάς και τη διακονία σας εις την Εκκλησία στο μέλλον. Αυτά ισχύουν παρά το γεγονός ότι υπάρχουν αυτή την στιγμή τα γνωστά προβλήματα μεταξύ της χώρας σας και της Ελλάδος και μεταξύ της Εκκλησίας σας και όλων των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών. Ακριβώς, υπολογίζουμε στη νέα γενεά θεολόγων και κληρικών, η οποία μπορεί να συμβάλει στη σύσφιγξη των σχέσεων γειτονικών λαών και μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Εμείς σήμερα, η δική μας γενεά, η πρεσβυτέρα, θα κάνει ό,τι μπορεί για τη βελτίωση της καταστάσεως, ιδιαιτέρως το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο, που έχει τον συντονιστικό ρόλο εις τα διορθόδοξα πράγματα, και μετά τη δική μας γενεά εσείς θα πάρετε τη σκυτάλη και θα συνεχίσετε, θα καλλιεργήσετε και θα επαυξήσετε αυτές τις καλές σχέσεις μεταξύ των λαών μας και των Εκκλησιών μας».

http://www.kathimerini.gr/958544/article/epikairothta/ellada/patriarxhs-var8olomaios-mhtera-ekklhsia-olwn-twn-valkanikwn-lawn-einai-h-kwnstantinoypolh

περισσότερα

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΕΝΑΡΞΕΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ  ΕΠΙ Τῌ ΕΝΑΡΞΕΙ  ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ

ΕΠΙ Τῌ ΕΝΑΡΞΕΙ

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ

ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,

ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ

ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,

ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

* * *

 

Ὕμνον εὐχαριστίας ἀναπέμπομεν εἰς τόν ἐν Τριάδι Θεόν, τόν ἀξιώσαντα ἡμᾶς νά φθάσωμεν καί πάλιν εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, διά νά ἀγωνισθῶμεν τόν καλόν ἀγῶνα τῆς ἀσκήσεως, διά νά στραφῶμεν εἰς τό «ἕν, οὗ ἐστι χρεία» (πρβλ. Λουκ. ι’, 42).

Μέσα εἰς ἕνα ἀντιασκητικόν κόσμον, ἐνώπιον τοῦ συγχρόνου ἀποαγιασμοῦ τῆς ζωῆς καί τῆς κυριαρχίας ἀτομοκεντρικῶν καί εὐδαιμονιστικῶν προτύπων, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπιμένει εἰς τήν τεσσαρακονθήμερον περίοδον πνευματικῶν ἀγώνων καί «πανσέπτου ἐγκρατείας» διά τά τέκνα αὐτῆς, ὡς προετοιμασίας διά τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Ἑβδομάδα, τά Πάθη καί τόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ, διά νά καταστῶμεν θεωροί καί κοινωνοί τῆς ἐνδόξου Ἀναστάσεως Αὐτοῦ.

Κατά τήν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν καλούμεθα νά βιώσωμεν βαθύτερα τήν δημιουργικήν καί σωστικήν Οἰκονομίαν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί νά μετάσχωμεν ἐναργέστερα εἰς τήν ἐσχατολογικήν ἀναφοράν, κατεύθυνσιν καί ὁρμήν τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί πνευματικῆς ζωῆς. Συνειδητοποιοῦμεν τό τραγικόν ἀδιέξοδον τῆς αὐτοσωτηρικῆς ὑψηγορίας τοῦ Φαρισαίου, τῆς σκληροκαρδίας τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ τῆς παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου, τῆς ἀναλγήτου ἀδιαφορίας διά τήν πεῖναν, τήν δίψαν, τήν γυμνότητα, τήν ἀσθένειαν, τήν ἐγκατάλειψιν τοῦ συνανθρώπου, συμφώνως πρός τήν εὐαγγελικήν διήγησιν περί τῆς μελλούσης κρίσεως. Προτρεπό-μεθα νά μιμηθῶμεν τήν μετάνοιαν καί τήν ταπείνωσιν τοῦ τελώνου, τήν ἐπιστροφήν τοῦ ἀσώτου υἱοῦ εἰς τόν οἶκον τοῦ Πατρός καί τήν ἐμπιστοσύνην εἰς τήν Χάριν Του, τούς ποιοῦντας τό ἔλεος πρός τούς ἐνδεεῖς, τήν ζωήν τῆς προσευχῆς τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τήν ἄσκησιν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου καί τῆς Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, καί ἐνισχυόμενοι διά τῆς προσκυνήσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων καί τοῦ τιμίου Σταυροῦ, νά φθάσωμεν εἰς προσωπικήν συνάντησιν μέ τόν ἀναστάντα ἐκ τάφου ζωοδότην Χριστόν.

Κατά τήν εὐλογημένην αὐτήν περίοδον ἀποκαλύπτεται μέ ἰδιαιτέραν ἔμφασιν ὁ κοινοτικός καί κοινωνικός χαρακτήρ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Δέν εἴμεθα μόνοι, δέν ἱστάμεθα μόνοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δέν εἴμεθα ἄθροισμα ἀτόμων, ἀλλά κοινωνία προσώπων, διά τά ὁποῖα «εἶναι» σημαίνει «συν-εἶναι». Ἡ ἄσκησις δέν εἶναι ἀτομικόν, ἀλλά ἐκκλησιαστικόν γεγονός καί κατόρθωμα, μετοχή τοῦ πιστοῦ εἰς τό μυστήριον καί τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀγών κατά τῆς φιλαυτίας, ἄσκησις τῆς φιλανθρωπίας, εὐχαριστιακή χρῆσις τῆς δημιουργίας, συμβολή εἰς τήν μεταμόρφω-σιν τοῦ κόσμου. Εἶναι κοινή ἐλευθερία, κοινή ἀρετή, κοινόν ἀγαθόν, κοινή ὑπακοή εἰς τόν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας. Δέν νηστεύομεν ὅπως ἀτομικῶς ἐπιθυμοῦμεν, ἀλλά ὅπως ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία. Ἡ ἀσκητική μας προσπάθεια λειτουργεῖται ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν σχέσεών μας μέ τά ἄλλα μέλη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ὡς μετοχή εἰς τά γεγονότα καί τά δρώμενα, τά ὁποῖα συγκροτοῦν τήν Ἐκκλησίαν ὡς κοινότητα ζωῆς, ὡς «ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ» (πρβλ. Ἐφεσ. δ’, 15). Ἡ ὀρθόδοξος πνευματικότης εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένη μέ τήν μετοχήν εἰς τήν ὅλην λειτουργίαν τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία κορυφοῦται εἰς τήν Θείαν Εὐχαριστίαν, εἶναι εὐσέβεια ἐκκλησιοτραφής καί ἐκκλησιοδιάστατος.

Τό στάδιον τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς δέν εἶναι περίοδος θρησκειογενῶν ψυχικῶν ἐξάρσεων καί ἐπιφανειακῶν συγκινήσεων. Ἡ πνευματικότης, ἐξ ἐπόψεως Ὀρθοδόξου, δέν σημαίνει στροφήν πρός τό πνεῦμα καί τήν ψυχήν, ἡ ὁποία τρέφεται ἀπό μίαν δυϊστικήν ὑποτίμησιν τῆς ὕλης καί τοῦ σώματος. Πνευματικότης εἶναι ὁ διαποτισμός ὁλοκλήρου τῆς ὑπάρξεώς μας, τοῦ πνεύματος, τοῦ νοός καί τῆς βουλήσεως, τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός μας, ὁλοκλήρου τῆς ζωῆς μας, ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖον εἶναι πνεῦμα κοινωνίας. Πνευματικότης σημαίνει, κατά ταῦτα, ἐκκλησιαστικοποίησιν τῆς ζωῆς μας, ζωήν ἐμπνεομένην καί κατευθυνομένην ἀπό τόν Παράκλητον, πραγματικήν πνευματοφορίαν, ἡ ὁποία προϋποθέτει τήν ἰδικήν μας ἐλευθέραν συνεργίαν, τήν μετοχήν εἰς τήν μυστηριακήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας καί ἔνθεον βιοτήν.

 

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

 

Δέν ὑπάρχει γνησία καί ταυτοχρόνως ἄκαρπος πνευματικότης. Ὁ ἀγαπῶν ἀληθῶς τόν Θεόν, ἀγαπᾷ καί τόν πλησίον καί τόν μακράν, καί ὁλόκληρον τήν κτίσιν. Αὐτή ἡ «οὐδέποτε ἐκπίπτουσα» (πρβλ. Α’ Κορ. ιγ’, 8) θυσιαστική ἀγάπη εἶναι εὐχαριστιακή πρᾶξις, πλήρωμα ζωῆς ἐνταῦθα, πρόγευσις καί ἀλήθεια τῶν ἐσχάτων. Ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν πίστις εἶναι πηγή ἀνεξαντλήτου δυναμισμοῦ, ἱκανώσεως πρός ἀγῶνας πνευματικούς, φιλόθεον καί φιλάνθρωπον δρᾶσιν, δαψιλῆ καρποφορίαν ἐν τῷ κόσμῳ ἐπ᾿ ἀγαθῷ. Πίστις καί ἀγάπη ἀποτελοῦν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἑνιαίαν καί ἀδιάσπαστον ἐμπειρίαν ζωῆς. Ἡ ἐν τῇ ἁγιοπνευματικῇ κοινωνίᾳ τῆς Ἐκκλησίας βίωσις τῆς ἀσκήσεως, τῆς νηστείας καί τῆς φιλανθρωπίας ἀποτελεῖ φραγμόν εἰς τήν θρησκειοποίησιν καί τήν μετατροπήν τῆς ἐκκλησιογενοῦς εὐσεβείας εἰς ἄγονον ἐσωστρέφειαν καί εἰς ἀτομικόν ἐπίτευγμα.

Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πνέει ἀδιαλείπτως ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὁ Θεός εἶναι ἀεί «μεθ᾿ ἠμῶν» – μαζί μας. Κατά τάς ἁγίας ἡμέρας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καλούμεθα νά ἐντείνωμεν τόν ἀσκητικόν ἀγῶνα κατά τοῦ ἐγωτικοῦ φρονήματος, «τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες» (Ρωμ. ιβ’, 12), «ἐν ταπεινοφροσύνῃ διάγοντες καί ποιοῦντες ἔλεος» (Ἀββᾶς Πομήν), ζῶντες φιλοκαλικῶς καί οἰκτιρμόνως, συγχωροῦντες ἀλλήλους καί ἀσκοῦντες τήν εἰς ἀλλήλους ἀγάπην, δοξολογοῦντες τόν ἀγαθοδότην Θεόν καί εὐχαριστοῦντες διά τάς πλουσίας Αὐτοῦ δωρεάς. «Ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β’ Κορ. στ΄, 2).

Ἐπί δέ τούτοις, ἐπικαλούμενοι τήν ἄνωθεν ἐνίσχυσιν διά νά ὑποδεχθῶμεν ἅπαντες, πόθῳ ζέοντι καί εὐφροσύνως, τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Τεσσαρακοστήν καί εὐχόμενοι «εὔδρομον τό τῆς νηστείας στάδιον», ἀπονέμομεν εἰς τούς τιμιωτάτους ἐν Χριστῷ ἀδελφούς καί τά ἀνά τήν οἰκουμένην προσφιλῆ τέκνα τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τήν Πατριαρχικήν ἡμῶν εὐλογίαν.

 

                                                                   Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή ,βιη´

                                                                                         † Ὁ Κωνσταντινουπόλεως

διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

Πατριαρχικὴ Ἀπόδειξις ἐπί τοῖς Χριστουγέννοις

Πατριαρχικὴ Ἀπόδειξις ἐπί τοῖς Χριστουγέννοις

Ἀριθμ. Πρωτ. 1123

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ
ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *


Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ καὶ πεφιλημένα τέκνα,

Χάριτι Θεοῦ ἠξιώθημεν νὰ φθάσωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν μεγάλην ἑορτὴν τῆς κατὰ σάρκα Γεννήσεως τοῦ Θείου Λόγου, τοῦ ἐλθόντος εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ μᾶς χαρίσῃ τὸ «εὖ εἶναι»{1}, τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἀπὸ τὴν δουλείαν εἰς τὰ ἔργα τοῦ νόμου καὶ ἀπὸ τὸν θάνατον, νὰ μᾶς δωρήσῃ δὲ τὴν κατ᾿ ἀλήθειαν ζωὴν καὶ τὴν χαρὰν τὴν μεγάλην, ἣν «οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ἡμῶν»{2}.

Ὑποδεχόμεθα τὸν «παντέλειον Θεόν»{3}, τὸν ὁποῖον «ἀγάπη κεκόμικεν εἰς τὴν γῆν»{4}, ὁ ὁποῖος καθίσταται ἡμῖν «καὶ ἡμῶν αὐτῶν συγγενέστερος»{5}. Ὁ κενωθεὶς Θεὸς Λόγος συγκαταβαίνει εἰς τὸ πλανηθὲν πλάσμα αὐτοῦ «συγκατάβασιν ἄφραστόν τε καὶ ἀκατάληπτον»{6}. Ὁ «ἀχώρητος παντὶ» χωρεῖται ἐν τῇ γαστρὶ τῆς Παρθένου, ὁ μέγας ὑπάρχει ἐν σμικροῖς. Τὸ μέγα τοῦτο κεφάλαιον τῆς πίστεώς μας, τὸ πῶς ὁ ὑπερούσιος Θεὸς «ὑπὲρ ἄνθρωπον γέγονεν ἄνθρωπος»{7}, παραμένει «ἀνέκφαντον» μυστήριον. «Τὸ μέγα τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως μυστήριον, ἀεὶ μένει μυστήριον»{8}. 

Αὐτὸ τὸ ξένον καὶ παράδοξον γεγονὸς «τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν»{9}, εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς κατὰ χάριν θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία∙ οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς»{10}.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑψίστη σωτηριώδης ἀλήθεια διὰ τὸν ἄνθρωπον. Ἀνήκομεν εἰς τὸν Χριστόν. Τὰ πάντα εἶναι ἡνωμένα ἐν Χριστῷ. Ἐν Χριστῷ ἀναπλάθεται ἡ φθαρεῖσα φύσις μας, ἀποκαθίσταται τὸ κατ᾿ εἰκόνα καὶ ἀνοίγεται εἰς πάντας τοὺς ἀνθρώπους ἡ ὁδὸς τοῦ καθ᾿ ὁμοίωσιν. Διὰ τῆς προσλήψεως ὑπὸ τοῦ Θείου Λόγου τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, διὰ τοῦ κοινοῦ θείου προορισμοῦ καὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας θεμελιοῦται ἡ ἑνότης τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Δὲν σώζεται ὅμως μόνον ἡ ἀνθρωπότης, ἀλλὰ σύμπασα ἡ κτῖσις. Ὡς ἡ πτῶσις τῶν πρωτοπλάστων συμπαρασύρει ὅλην τὴν πλᾶσιν, οὕτω καὶ ἡ Ἐνανθρώπησις τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀφορᾷ εἰς ὁλόκληρον τὴν δημιουργίαν. «Ἐλευθέρα μὲν ἡ κτῖσις γνωρίζεται, υἱοὶ δὲ φωτὸς οἱ πρὶν ἐσκοτισμένοι»{11}. Ὁ Μέγας Βασίλειος μᾶς καλεῖ νὰ ἑορτάσωμεν τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ  Γέννησιν ὡς τὴν «κοινὴν ἑορτὴν πάσης τῆς κτίσεως», ὡς « τὰ σωτήρια τοῦ κόσμου, τήν γενέθλιον ἡμέραν τῆς ἀνθρωπότητος»{12}.

Τὸ «Χριστὸς γεννᾶται» ἀκούεται, δυστυχῶς, καὶ πάλιν εἰς ἕνα κόσμον πλήρη βιαιοτήτων, ἐπικινδύνων ἀνταγωνισμῶν, κοινωνικῆς ἀνισότητος καὶ καταπατήσεως τῶν θεμελιωδῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Τὸ 2018 συμπληροῦνται ἑβδομήκοντα ἔτη ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Διακήρυξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία, μετὰ ἀπὸ τὰς φοβερὰς ἐμπειρίας καὶ καταστροφὰς τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ἀνέδειξε τὰ κοινὰ ὑψηλὰ ἰδανικά, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ σέβωνται ἀπαρεγκλίτως ὅλοι οἱ λαοὶ καὶ τὰ κράτη. Ὅμως, ἡ ἀθέτησις τῆς Διακηρύξεως αὐτῆς συνεχίζεται, ποικίλαι δὲ καταχρήσεις καὶ σκόπιμοι παρερμηνεῖαι τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ὑποσκάπτουν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν πραγμάτωσίν των. Συνεχίζομεν νὰ μὴ διδασκώμεθα ἀπὸ τὴν ἱστορίαν ἢ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ διδαχθῶμεν. Οὔτε αἱ τραγικαὶ ἐμπειρίαι βίας καὶ ἡ καταρράκωσις τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, οὔτε ἡ διακήρυξις ὑψηλῶν ἰδανικῶν, ἀπέτρεψε τὴν συνέχισιν τῆς βίας καὶ τῶν πολέμων, τὴν ἀποθέωσιν τῆς ἰσχύος καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον. Οὔτε, βεβαίως, ἡ ἰσχὺς τῶν τεχνικῶν μέσων καὶ αἱ ἐκπληκτικαὶ κατακτήσεις τῆς ἐπιστήμης, οὔτε ἡ οἰκονομικὴ πρόοδος, ἔφερον κοινωνικὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν πολυπόθητον εἰρήνην. Τοὐναντίον, εἰς τὴν ἐποχὴν μας ὁ εὐδαιμονισμὸς τῶν κατεχόντων αὐξάνεται καὶ ἡ παγκοσμιοποίησις καταστρέφει τοὺς ὅρους τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς καὶ εἰρήνης.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀγνοήσῃ αὐτὰς τὰς ἀπειλὰς κατὰ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. «Οὐδὲν γὰρ ὅσον ἄνθρωπος ἱερόν, ᾧ καὶ φύσεως ἐκοινώνησεν ὁ Θεός»{13}. Ἀγωνιζόμεθα διὰ τὸν ἄνθρωπον, διὰ τὴν προστασίαν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἐν ἐπιγνώσει ὅτι «ἡ ὄντως εἰρήνη παρὰ Θεοῦ»{14}, ὅτι τὸ ὑπέρλογον μυστήριον τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τῆς κατὰ χάριν θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτει τὴν ἀλήθειαν περὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ θείου προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

Ζῶμεν ἐν Ἐκκλησίᾳ τὴν ἐλευθερίαν, ἐκ Χριστοῦ, ἐν Χριστῷ καὶ εἰς Χριστόν. Εἰς τὸν πυρῆνα αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας ἀνήκει ἡ ἀγάπη, ἥτις «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς»{15}, ἡ ἀγάπη «ἐκ καθαρᾶς καρδίας»{16}. Ἐνῶ ὁ αὐτόνομος, ὁ αὐτογνώμων καὶ αὐτάρκης, ὁ αὐτοθεούμενος καὶ αὐτομακαριζόμενος ἄνθρωπος περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτὸν του καὶ τὴν ἀτομικὴν του αὐτάρεσκον εὐδαιμονίαν καὶ βλέπει τὸν συνάνθρωπον ὡς περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας του, ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία ἔχει κατεύθυνσιν πρὸς τὸν ἀδελφὸν, κινεῖται πρὸς τὸν πλησίον, ἀληθεύει ἐν ἀγάπῃ. Τὸ μέλημα τοῦ πιστοῦ δὲν εἶναι ἡ διεκδίκησις δικαιωμάτων, ἀλλὰ τὸ «ποιεῖν τε καὶ πράττειν τὰ δικαιώματα Χριστοῦ»{17}, ἐν ταπεινώσει καὶ εὐχαριστίᾳ.

Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, τῆς ἐλευθερίας ὡς ἀγάπης καὶ τῆς ἀγάπης ὡς ἐλευθερίας, εἶναι ὁ θεμέλιος λίθος καί ἡ ἐγγύησις διὰ τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος. Στηριζόμενοι ἐπ᾿ αὐτοῦ τοῦ ἐνθέου ἤθους δυνάμεθα νά ἀντιμετωπίσωμεν τὰς μεγάλας προκλήσεις τοῦ παρόντος, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦν ὄχι μόνον τὸ εὖ ζῆν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ ζῆν τῆς ἀνθρωπότητος.

Τὴν ἀλήθειαν τοῦ «Θεανθρώπου» ὡς ἀπάντησιν εἰς τὸν σύγχρονον «ἀνθρωποθεὸν» καὶ πρὸς ἀνάδειξιν τοῦ αἰωνίου προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἐξῇρε καὶ ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, 2016): «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἔναντι τοῦ συγχρόνου «ἀνθρωποθεοῦ», προβάλλει τόν «Θεάνθρωπον» ὡς ἔσχατον μέτρον τῶν πάντων: «Οὐκ ἄνθρωπον ἀποθεωθέντα λέγομεν, ἀλλὰ Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα»{18}. Ἀναδεικνύει δὲ τὴν σωτηριώδη ἀλήθειαν τοῦ Θεανθρώπου καὶ τὸ Σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς τόπον καὶ τρόπον τῆς ἐν ἐλευθερίᾳ ζωῆς, ὡς "ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ"{19} καὶ ὡς μετοχήν, ἤδη ἐπὶ τῆς γῆς, εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ»{20}.

Ἡ Σάρκωσις τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ βεβαιότης ὅτι τὴν ἱστορίαν, ὡς πορείαν πρός τὴν Βασιλείαν τῶν Ἐσχάτων, κατευθύνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Βεβαίως, ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Βασιλείαν, ἡ ὁποία δὲν συντελεῖται μακρὰν ἤ ἀνεξαρτήτως τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητος, τῶν ἀντιφάσεων καὶ τῶν περιπετειῶν αὐτῆς, ποτὲ δὲν ὑπῆρξεν ἄνευ δυσκολιῶν. Ἐν μέσῳ αὐτῶν ἡ Ἐκκλησία μαρτυρεῖ περὶ τῆς ἀληθείας καὶ ἐπιτελεῖ τὸ ἁγιαστικὸν, ποιμαντικὸν καὶ μεταμορφωτικὸν ἔργον αὐτῆς. «Ἡ γὰρ ἀλήθειά ἐστι τῆς Ἐκκλησίας καὶ στῦλος καὶ ἑδραίωμα...Στῦλός ἐστι τῆς οἰκουμένης ἡ Ἐκκλησία...καὶ μυστήριόν ἐστι, καὶ μέγα, καὶ εὐσεβείας μυστήριον»{21}.

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Ἂς συνεορτάσωμεν, εὐδοκίᾳ τοῦ σκηνώσαντος ἐν ἡμῖν  Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἐν ἀγαλλιάσει καὶ χαρᾷ πεπληρωμένῃ, τὰς ἑορτὰς τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου. Εὐχόμεθα ἐκ Φαναρίου, ὅπως ὁ σαρκωθεὶς καὶ συγκαταβὰς τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων Κύριος καὶ Σωτὴρ ἡμῶν, χαρίζηται εἰς ὅλους κατὰ τὸν νέον ἐνιαυτὸν τῆς χρηστότητος Αὐτοῦ, ὑγιείαν κατ᾿ ἄμφω, εἰρήνην καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλους ἀγάπην, διαφυλάττῃ δὲ καλῶς τὴν Ἁγίαν Αὐτοῦ Ἐκκλησίαν καὶ εὐλογῇ τὰ ἔργα διακονίας αὐτῆς, ἵνα δοξάζηται τὸ ὑπεράγιον καὶ ὑπερύμνητον ὄνομα Αὐτοῦ.

Χριστούγεννα ‚βιζ΄
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

----------------------------------------------
{1} Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος ΛΗ´, εἰς τὰ Θεοφάνια, εἴτουν τὰ Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, Γ’, PG 36, 313.
{2} Ἰωάν. ι´, 18.
{3} Δοξαστικὸν Ἀποστίχων Μεγάλου Ἑσπερινοῦ Χριστουγέννων.
{4} Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ΣΤ´, PG 150, 657.
{5} Ὅ. π. , ΣΤ´, PG 150, 660.
{6} Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Γ´, α´ PG 94, 984.
{7} Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια διάφορα Θεολογικά τε καὶ Οἰκονομικὰ περὶ ἀρετῆς καὶ κακίας, ἑκατοντὰς πρώτη, ιβ´, PG 90, 1184.
{8} Ὅ. π.
{9} Κολ. α´, 26.
{10} Πράξ. δ´,12.
{11} Ἰαμβικὴ Καταβασία τῶν Θεοφανείων, ὠδὴ Η´.
{12} Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Ὁμιλία εἰς τὴν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν, PG 31, 1472-73.
{13} Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ΣΤ´, PG 150, 649.
{14} Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τὴν πρὸς Κορινθίους Α´, Ὁμιλία Α´, α´, PG 61, 14.
{15} Α´ Κορ. ιγ´, 5.
{16} Α´ Τιμ. α´, 5.
{17} Θεοτοκίον τῶν Ἀποστίχων τῶν Αἴνων 12ης Ὀκτωβρίου.
{18} Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, «Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως», Γ’, β’. PG 94, 988.
{19} πρβλ. Ἐφεσ. δ’, 15.
{20} Ἐγκύκλιος τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, § 10.
{21} Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τὴν πρὸς Τιμόθεον Α´, Ὁμιλία ΙΑ´, PG 62, 554.

περισσότερα

Patriarchal Proclamation of Christmas 2017

Patriarchal Proclamation of Christmas 2017

Prot. No. 1123

PATRIARCHAL PROCLAMATION
FOR CHRISTMAS


BARTHOLOMEW
By God’s Mercy Archbishop of Constantinople-New Rome and Ecumenical Patriarch
To the Plenitude of the Church
Grace, Mercy and Peace from the Savior Christ Born in Bethlehem
* * *


Beloved brothers and sisters in Christ, dear children,

By the grace of God, we are once again deemed worthy to reach the great feast of the birth of the divine Word in the flesh, who came into the world to grant us “well-being,”{1} remission of sin, of captivity to the works of the law and death, in order to grant us true life and great joy, which “no one can take from us.”{2}

We welcome the “all-perfect God,”{3}  who “brought love into the world,”{4}  who becomes “closer to us than we to ourselves.”{5}  Through kenosis, the divine Word condescends to the created beings in “a condescension inexplicable and incomprehensible.”{6} He “whom nothing can contain” is contained in the womb of the Virgin; the greatest exists in the least. This great chapter of our faith, of how the transcendent God “became human for humankind,”{7} while remaining an “inexpressible” mystery. “The great mystery of divine Incarnation ever remains a mystery.”{8}

This strange and paradoxical event, “which was hidden for ages and generations,”{9} is the foundation of the gift of human deification. “There is no salvation in anyone else; for there is no other human name beneath heaven through which we must be saved.”{10}

This is the supreme truth about salvation. That we belong to Christ. That everything is united in Christ. That our corruptible nature is refashioned in Christ, the image is restored and the road toward likeness is opened for all people. By assuming human nature, the divine Word establishes the unity of humanity through a common divine predestination and salvation. And it is not only humanity that is saved, but all of creation. Just as the fall of Adam and Eve impacts all of creation, so too the Incarnation of the Son and Word of God affects all of creation. “Creation is recognized as free when those who were once in darkness become children of light.”{11}  Basil the Great calls us to celebrate the holy Nativity of Christ as the “common feast of all creation,” as “the salvation of the world—humanity’s day of birth.”{12}

Once again, the words that “Christ is born” are unfortunately heard in a world filled with violence, perilous conflict, social inequality and contempt of foundational human rights. 2018 marks the completion of seventy years since the Universal Declaration of Human Rights, which, after the terrible experience and destruction of World War II, manifested the common and noble ideals that all peoples and countries must unwaveringly respect. However, the disregard of this Declaration continues, while various abuses and intentional misinterpretations of human rights undermine their respect and realization. We continue either not to learn from history or not to want to learn. Neither the tragic experience of violence and reduction of the human person, nor the proclamation of noble ideals have prevented the continuation of aggression and war, the exaltation of power and the exploitation of one another. Nor again have the domination of technology, the extraordinary achievements of science, and economic progress brought social justice and the peace that we so desire. Instead, in our time, the indulgence of the affluent has increased and globalization is destroying the conditions of social cohesion and harmony.

The Church cannot ignore these threats against the human person. “There is nothing as sacred as a human being, whose nature God Himself has shared.”{13}  We struggle for human dignity, for the protection of human freedom and justice, knowing full well that “true peace comes from God,”{14}  that the transcendent mystery of the Incarnation of divine Word and the gift of human deification reveals the truth about freedom and humanity’s divine destiny.

In the Church, we experience freedom through Christ, in Christ and with Christ. And the very summit of this freedom is the place of love, which “does not seek its own”{15} but “derives from a pure heart.”{16}  Whoever depends on himself, seeks his own will, and is self-sufficient—whoever pursues deification by himself and congratulates himself—only revolves around himself and his individual self-love and self-gratification; such a person only sees others as a suppression of individual freedom. Whereas freedom in Christ is always oriented to one’s neighbor, always directed toward the other, always speaks the truth in love. The aim of the believer is not to assert his or her rights, but rather “to follow and fulfill the rights of Christ”{17} in a spirit of humility and thanksgiving.

This truth about the life in Christ, about freedom as love and love as freedom, is the cornerstone and assurance for the future of humankind. When we build on this inspired ethos, we are able to confront the great challenges of our world, which threaten not only our well-being but our very survival.

The truth about the “God-man” is the response to the contemporary “man-god” and proof of our eternal destination proclaimed by the Holy and Great Council of the Orthodox Church (Crete, 2016): “The Orthodox Church sets against the ‘man-god’ of the contemporary world the ‘God-man’ as the ultimate measure of all things. “We do not speak of a man who has been deified, but of God who has become man.” The Church reveals the saving truth of the God-man and His body, the Church, as the locus and mode of life in freedom, “speaking the truth in love,” and as participation even now on earth in the life of the resurrected Christ.”

The Incarnation of the divine Word is the affirmation and conviction that Christ personally guides history as a journey toward the heavenly kingdom. Of course, the journey of the Church toward the kingdom, which is not realized remotely or independently of historical reality—or its contradictions and adventures—has never been without difficulties. Nevertheless, it is in the midst of these difficulties that the Church witnesses to the truth and performs its sanctifying, pastoral and transfiguring mission. “Truth is the pillar and ground of the Church ... The pillar of the universe is the Church ... and this is a great mystery, a mystery of godliness.”{18}

Brothers and sisters, children in the Lord,

Let us celebrate together—with the grace of the divine Word, who dwelt in us, as well as with delight and fullness of joy—the feasts of the Twelve Days of Christmas. From the Phanar we pray that our Lord and Savior—who was incarnate out of condescension for all people—may in this coming new year grant everyone physical and spiritual health, along with peace and love for one another. May He protect His holy Church and bless the works of its ministry for the glory of His most-holy and most-praised Name.

Christmas 2017
Bartholomew of Constantinople
Your fervent supplicant before God






----------------------------------------------
{1} Gregory the Theologian, Oration XXXVIII, on Theophany, namely the Nativity of the Savior, iii, PG 36, 313.
{2} John 10:18.
{3} Doxastikon of the Aposticha from the Great Vespers of Christmas.
{4} Nicholas Cabasilas, The Life in Christ, vi, PG 150, 657.
{5} Ibid. vi PG 150, 660.
{6} John of Damascus, An Exact Exposition of the Orthodox Faith, iii, 1, PG 94, 984.
{7} Maximus the Confessor, Various chapters on Theology and Economy concerning virtue and vice, First Century, 12, PG 90, 1184.
{8} Ibid.
{9} Col. 1:26.
{10} Acts 4:12.
{11} Iambic Katavasia on the Feast of Theophany, Ode VIII.
{12} Basil the Great, Homily on the Nativity of Christ, PG 31, 1472-73.
{13} Nicholas Cabasilas, The Life in Christ, vi, PG 150, 649.
{14} John Chrysostom, On Corinthians 1, Homily I, 1, PG 61, 14.
{15} 1 Cor. 13:5.
{16} 1 Tim. 1:5.
{17} Theotokion, Aposticha of the Ainoi, October 12.
{18} John Chrysostom, On Timothy I, Homily XI, PG 62, 554.

περισσότερα

Προσφώνησις τῆς Α.Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου κατὰ τὰ θυρανοίξια τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Κοιμητηρίου Σισλῆ

Προσφώνησις τῆς Α.Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου κατὰ τὰ θυρανοίξια τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Κοιμητηρίου Σισλῆ

22α Ὀκτωβρίου 2017

 

Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Τρανουπόλεως κ. Γερμανέ,

Ἐντιμότατε κ. Γεώργιε Παπαλιάρη, Πρόεδρε τῆς Ἐφοροεπιτροπῆς τῆς Μεγαλωνύμου Κοινότητος Σταυροδρομίου,

Τιμιώτατοι ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

 

Ἐν εὐχαριστιακῇ συνάξει τελοῦμεν σήμερον τὰ θυρανοίξια τοῦ ἀνακαινισθέντος ἱστορικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Μεταμορφώσεως τοῦς Σωτῆρος Κοιμητηρίου Σισλῆ. Συμπροσεύχονται μεθ’ ἡμῶν αἱ ψυχαὶ τῶν 90.000 περίπου προαπελθόντων ἀδελφῶν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν εἰς τὴν εὐλογημένην πατρῴαν γῆν, προσέφεραν εἰς τὸ Γένος ἕκαστος κατὰ τὸ χάρισμα αὐτοῦ καὶ ἀναπαύονται εἰς τὸ κοιμητήριον τοῦτο, ἀναμένοντες τὴν ἔνδοξον δευτέραν τοῦ Κυρίου Παρουσίαν καὶ τὴν κοινὴν ἀνάστασιν.

Ἡ ἱστορία τοῦ Κοιμητηρίου Σισλῆ ἀρχίζει τὸ ἔτος 1865, ὅτε διὰ τοῦ αὐτοκρατορικοῦ φιρμανίου τῆς 14ης Ἰουλίου ἀπηγορεύθη λόγῳ τῆς ἐπιδημίας χολέρας, ἡ ὁποία ἐμάστιζεν τὴν Πόλιν, καὶ πρὸς προστασίαν τῆς δημοσίας ὑγείας, ὁ ἐνταφιασμὸς τῶν χριστιανῶν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῶν ναῶν καὶ παρεχωρήθη ἔκτασις 66.124 πηχέων ἐν Σισλῆ διὰ τὴν ταφὴν τῶν ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι διέμενον ἐν τῷ ἔκτῳ τμήματι τῆς Δημαρχίας τῆς Πόλεως, δηλαδὴ ἐν τῇ περιοχῇ Πέραν καὶ Γαλατᾶ.

Ὁ περικαλλὴς Ἱερὸς Ναὸς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος ἀνηγέρθη κατὰ τὸ ἔτος 1888, ἐπὶ Πατριαρχίας Διονυσίου Ε’, δαπάναις τῶν μεγάλων εὐργετῶν Δημητρίου, Ἰωάννου καὶ Παύλου Στεφάνοβικ Σκυλίτση, εἰς μνημόσυνον αἰώνιον τῶν εὐσεβῶν γονέων αὐτῶν Ζαννῆ καὶ Ἑλένης, οἱ ὁποῖοι ἀνεπαύοντο ἐν τῷ κοιμητηρίῳ τούτῳ. Τὰ ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ σπουδαῖον μνημεῖον ἀρχιτεκτονικῆς καὶ καλλιτεχνίας, ἐτελέσθησαν τὴν 21ην Μαΐου 1889 ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Νικαίας Σωφρονίου. Εἰς τὸ πατριαρχικὸν σιγίλλιον τῆς 9ης Ἰουλίου 1889 καὶ εἰς ἀπάντησιν τῆς αἰτήσεως τοῦ Παύλου Στεφάνοβικ Σκυλίτζη καὶ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ καὶ τῶν ὑποβληθέντων σχετικῶς ὑπὸ τῆς Κεντρικῆς Ἐφορίας Σταυροδρομίου, θεσπίζεται, ὅπως «ὁ ἐπ’ ὀνόματι τῆς Θείας τοῦ Σωτῆρος Μεταμορφώσεως ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ ἐν Σισλῇ Νεκροταφείου τῆς Ὀρθοδόξου Κοινότητος κείμενος Ἱ. Ναός… διατελῇ ἰδιοκτησία διηνεκὴς καὶ ἀναπολλοτρίωτος τῆς ἐν Σταυροδρομίῳ Ἱ. Εκκλησίας τῶν Εἰσοδίων τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὡς παρεκκλήσιον αὐτῆς, ὑπαγόμενον εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Κεντρικῆς αὐτῆς Ἐφορίας».

Ἡ ἑκατονπεντηκονταετὴς ἱστορία τοῦ Κοιμητηρίου Σισλῆ ἀντικατοπτρίζει τὴν κοινωνικήν, τὴν πολιστιστικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πνευματικὴν ταυτότητα τῆς μεγάλης ρωμαίικης κοινότητος τοῦ Πέραν, ἀποτελεῖ δὲ δεῖγμα τοῦ ὑψηλοῦ ἐπιπέδου τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς καλαισθησίας τῆς Ρωμηοσύνης εἰς τὴν περίοδον ἀκμῆς της. Εἶναι ἕν ὑπαίθριον μουσεῖον ἀρχιτεκτονικῆς καὶ γλυπτικῆς, μὲ ἀριστοτεχνικοὺς τάφους καὶ ἄλλα ἐξαίρετα μνημεῖα, ἀνεξάντλητος πηγὴ καὶ μαρτυρία διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ Γένους, καθρέπτης τῶν μεγαλείων, γιὰ τὰ ὁποῖα ἁρμόζει «διηγῶντας τα νὰ μὴν κλαῖς», ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστὸς προκάτοχός ἡμῶν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας. Τὰ ὑψηλά, τὰ ἀληθινά, τὰ δίκαια, τὰ εὐγενῆ δὲν ἔχουν ἡμερομηνία λήξεως, εἶναι ὑπέρχρονα καὶ αἰώνια.

Μετὰ τὴν τραγικὴν ἐκείνην νύκτα τῶν Σεπτεμβριανῶν, τὰς φοβερὰς καταστροφάς, τὴν λεηλασίαν καὶ τὴν ἱεροσυλίαν, τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ναοῦ τῆς Μεταμορφώσεως, οἱ Ρωμιοὶ τῆς Πόλεως ἠγωνίσθησαν σθεναρῶς διὰ τὴν ἀποκατάστασιν, κατὰ τὸ δυνατόν, τῶν ζημιῶν, ὥστε τὸ μνημειῶδες κοιμητήριον Σισλῇ νὰ θυμίζῃ ἐκ νέου ὅτι ἡ Πόλις τῶν Πόλεων εἶναι χῶρος εἰρηνικῆς συνυπάρξεως τῶν θρησκειῶν καὶ τῶν πολιτισμῶν.

Τιμῶμεν σήμερον ὅχι μόνον τὴν μνήμην τῶν μεγάλων εὐεργετῶν τῆς οἰκογενείας Στεφάνοβικ Σκυλίτση καὶ τῶν ἄλλων εὐγενῶν χορηγῶν καὶ τῶν συντελεστῶν τῆς συντηρήσεως τοῦ Κοιμητηρίου Σισλῆ κατὰ τὴν μακρὰν ἱστορίαν του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνεκτίμητον προσφορὰν τοῦ νῦν ἀρχιερατικῶς προϊσταμένου τῆς Κοινότητος Σταυροδρομίου Ἱερωτάτου Μητροπολίτου Τρανουπόλεως Γερμανοῦ καὶ τῆς ἐντίμου καὶ δραστηρίου Ἐφοροεπιτροπῆς Σταυροδρομίου δι’ ὅσα ἐκοπίασαν καὶ κατώρθωσαν. Ἰδιαιτέρας εὐχαριστίας ἀπευθύνομεν πρὸς τὸν Ἐντιμότατον Πρόεδρον τῆς Ἐφοροεπιτροπῆς κ. Γεώργιον Παπαλιάρην διὰ τὴν ἀφοσίωσίν του εἰς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὴν ὑπευθυνότητα καὶ τὴν ἀποτελεσματικότητα, μὲ τὰς ὁποίας ἀσκεῖ τὸ πολυεύθυνον ἔργον του. Εὐχαριστοῦμεν ἐπίσης τὸν Ἐντιμολογιώτατον Καθηγητὴν κ. Νικόλαον Καλογερᾶν καὶ τοὺς συνεργάτας αὐτοῦ διὰ τὴν συμβολήν των εἰς τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ ἱεροῦ τούτου Ναοῦ.

Τιμιώτατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ καὶ τέκνα πεφιλημένα,

Ἡ Θεία Λειτουργία, τὴν ὁποίαν ἐτελέσαμεν σήμερον, ὅπως καὶ κάθε εὐχαριστιακὴ σύναξις, εἶναι βίωσις καὶ μαρτυρία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καὶ τῆς ἰδικῆς μας ἀναστάσεως. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἡ Εὐχαριστιακὴ Λειτουργία εἶναι πάντοτε πανηγυρική, πλήρης φωτός, εἶναι ἔκρηξις χαρᾶς καὶ ἐκφράζει τὴν δόξαν τῆς αἰωνίου Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀνάστασις εἶναι ὅλη ἡ πίστις καὶ ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ πνευματικὸς πολιτισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ Θεία Λειτουργία ὑπενθύμισε σήμερον εἰς πάντας ἡμᾶς ὅτι τὰ κοιμητήριά μας δὲν εἶναι τὸ βασίλειον τοῦ θανάτου, ἀλλὰ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἄληκτον ζωὴν τῶν Ἐσχάτων, μαρτυρία τῆς νίκης τῆς Ἐλπίδος ἐπὶ τοῦ φόβου, τοῦ Φωτὸς ἐπὶ τοῦ σκότους, τῆς Ζωῆς ἐπὶ τοῦ θανάτου, κατὰ τὸ πασχάλιον χρυσοστομικὸν: «Ἐσκύλευσεν τὸν ᾋδην ὁ κατελθὼν εἰς τὸν ᾋδην… Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; Ποῦ σου, Ἅδη, τὸ νῖκος; Ἀνέστη Χριστὸς καὶ σὺ καταβέβλησαι… Ἀνέστη Χριστὸς καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι… Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

περισσότερα
First Previous  Εμφάνισε 1 από 4 σελίδες   Next Last
επιστροφή