ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΠΕΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΠΕΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
 
Θα ξεκινήσω όχι με μια διαπίστωση αλλά με μια ερώτηση: ένας που ευλογεί ρωσικό ασκέρι είναι ανώτερος και πιο αθώος από κάποιον που ευλογεί τουρκικό; Αν είναι έτσι τότε επιβεβαιώνεται στην τραγικότερη της μορφή η υποκρισία και η διαστρέβλωση της αληθινής διάστασης των πραγμάτων! Διότι αν στη μια περίπτωση η ευλογία ήταν μια - ας πούμε - αναγκαία συνθήκη, στην άλλη ήταν φιλοσοφία ζωής και ιμπεριαλισμού! 
 
Το Αφρίν δεν έχει καμία σχέση ούτε με τη Συρία ούτε με την Ουκρανία. Και καλό θα ήταν να μην τα μπερδέψει εδώ κανείς με αγώνες υπέρ βωμών και εστιών. 
Μπορείτε να δείτε τα σχετική αρθρογραφία μας εδώ και τρία χρόνια στην Ιδιωτική μας Οδό: 
 
Ποιος επέβαλε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο την ανάμειξη στο Ουκρανικό; Οι πολιτικές δυνάμεις; Μέγα λάθος! Ψέμα! Συκοφαντία! Το επέβαλε η μέριμνα που έπρεπε να είχε επιδείξει πολύ νωρίτερα στο εκκλησιαστικό αυτό πρόβλημα. Αν και ο διάλογος για το Ουκρανικό υφίσταται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990! 
 
Έσφαλε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο ότι καθυστέρησε να προβεί στις δέουσες ενέργειες που έχουν να κάνουν με την αυτοσυνειδησία του ως Πρωτοθρόνου Εκκλησίας, από τα σπλάχνα της οποίας προέκυψαν τόσες άλλες! Το λάθος του ήταν τα πολλά αυτοκέφαλα – αρχής γενομένης από την Ρωσία και την Ελλάδα - το ότι το πάτησαν στην ανάγκη, στο φιλότιμο, στις περιστάσεις και το εξώθησαν στο να παραβεί την πενταρχία! Έπρεπε να μέναμε στην πενταρχία και όλες οι υπόλοιπες τοπικές εκκλησίες αυτόνομες υπό τον Κωνσταντινουπόλεως! Όχι όπως τώρα που όλοι, άλλοι με δυό χιλιάδες χρόνια πορείας και άλλοι με μερικές εκατοντάδες και διδαχθέντες από τους πρώτους να συναιρούν λόγο ως ίσοι προς ίσους. Και το χειρότερο: Να λένε οι ευεργετημένοι τους ευεργέτες «σχισματικούς»! 
 
Γίνεται λόγος για «εθνοφυλετισμό». Ξέρετε τι είναι εθνοφυλετισμός; Να βγάζεις διάγγελμα «εκκλησιαστικό» και να λες: οι όπου γης ρώσοι π.χ. δεν θα κοινωνούν εκεί που βρίσκονται διότι είμαστε σε διάσταση με την Κωνσταντινούπολη. Ή να φέρεται ότι υπάρχει η γνώμη: μην εξομολογείστε οι όπου γης σε κληρικό με μη ρωσικό διαβατήριο! 
Ακούστε τώρα: Στην Περθ της Δυτικής Αυστραλίας, η μικρή ρωσική παροικία εξυπηρετείτο μερικές φορές από κληρικό της Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας, ο οποίος έκανε την Θ. Λειτουργία στα αγγλικά. Ακυρώθηκε η προγραμματισμένη για τις 18 Νοεμβρίου πρόσκληση του ιερέα, λόγω της «ακοινωνησίας» του Μόσχας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο! 
Αυτό είναι εθνοφυλετισμός. Να θεωρείς ότι οι όπου γης ρώσοι ανήκουν στην Εκκλησία της Ρωσίας, οι όπου γης Σέρβοι στην Εκκλησία Σερβίας και ούτω καθεξής, αγνοώντας ότι σε κάθε τόπο ένας επίσκοπος υπάρχει για όλους τους ορθόδοξους ανεξαιρέτως. Όχι για τους Έλληνες άλλος, τους Μολδαβούς άλλος κτλ. 
 
Πώς πήρε το αυτοκέφαλο και την Πατριαρχική αξία η Μόσχα; Μήπως πολύ χειρότερα από τις μέχρι τώρα διασπασμένες παρατάξεις των Ουκρανών; Αυτοί δεν κράτησαν όμηρο κανένα Πατριάρχη...
Μιλάμε για πολιτικές παραμέτρους στις ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριάρχου Βαρθολομαίου και παραπλανούμε την κοινή γνώμη με ασύστολα ψεύδη! Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κινείται μόνο με εκκλησιολογικά κριτήρια. 
Το κακό είναι, όπως προείπαμε, ότι ανέχεται για καιρό καταστάσεις και νομίζουν οι σφάλλοντες και αδικούντες ότι δικαιώθηκαν επειδή εκείνο σιωπά και υπομένει! Όμως, αν ένας μου πατά το πόδι και από χ ψ λόγους σιωπώ δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει κάποτε να διαμαρτυρηθώ ή ότι εκείνος πράττει καλά! Οι πολιτικές αναλύσεις και τα πασαλείμματα σοκολάτας ας μείνουν σε όσους αρέσκονται να ασχολούνται με τη λάσπη και ο, τι άλλο. 
 
Η αλήθεια είναι ότι την ώρα που ανέβαινε ο Πατριάρχης στο αεροπλάνο για την Ουκρανία το 2008 οι εφημερίδες έγραφαν ότι υπήρξαν πιέσεις προς τον πρόεδρο της χώρας όπου εδρεύει σήμερα το Πατριαρχείο να σταματήσει τον Πατριάρχη και εκείνος προς τιμήν του δεν το έπραξε. Αντίθετα το ελληνικό κράτος δια στόματος του πρέσβη του είχε τολμήσει να το κάνει και έλαβε την προσήκουσα απάντηση. Μάλιστα στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ γράφτηκε (29-7-2008) ότι «η απόφαση του Παναγιώτατου να πάει στο Κίεβο προκάλεσε αρνητικά αισθήματα τόσο στο υπουργείο Εξωτερικών όσο και στο Μέγαρο Μαξίμου. Και αυτό γιατί η Αθήνα- δεδομένου του ενεργειακού φλερτ με τους Ρώσους- δεν ήθελε να χαλάσει η σχέση με τη Μόσχα». 
 
Όμως το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιτελεί εκκλησιαστικό ρόλο. Αν μελετήσει κανείς την ιστορία των τριών τελευταίων αιώνων, όλα τα Πατριαρχικά Γράμματα αρχίζουν με την ευθύνη της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας να αναλαμβάνει υπερόριες ενέργειες για χάριν του συμφέροντος της καθόλου Εκκλησίας. Αλλά και τα προς αυτό γράμματα το ίδιο αίτημα έχουν. Και τα ρωσικά κυρίως! 
Όσο για το τι είναι ο Πατριάρχης, παραπέμπονται οι τυχόν κακόβουλοι επικριτές του στη δήλωση που είχε κάνει δημοσίως στη Σμύρνη μπροστά σε όλες τις τοπικές αρχές στο επίσημο τραπέζι του Δήμου της περιοχής προς τιμήν του. Αυτή η απάντηση ας είναι ο αιώνιος κόλαφος των συκοφαντών αυτού του Πατριάρχου μας, ο οποίος επί 27 χρόνια εκδαπανά τον εαυτό του στη διακονία της Εκκλησίας με κόπους και θυσίες ανείπωτες. 
 
Σήμερα που συμπληρώνονται 27 χρόνια από την εκλογή Του (22-10-1991), σκέπτομαι πόσες άδικες επιθέσεις και συκοφαντίες έχει δεχθεί ο Πατριάρχης του Γένους στα χρόνια μας, όπου η Αλήθεια είναι τόσο ακριβή αλλά το ψέμα αγοράζεται περισσότερο… 
 
Παναγιώτατε, 
 
Ζήθι, έντεινε και κατευοδού και βασίλευε, ένεκεν αληθείας και πραότητος και δικαιοσύνης.
 
περισσότερα

Theological Philosophy: Rethinking the Rationality of Christian Faith

Theological Philosophy: Rethinking the Rationality of Christian Faith

Apologetics, the discipline that defends the reasonableness of faith against its critics, has been an important and fascinating part of Christian thought. Indeed, some of the earliest Christian thinkers—Justin Martyr and Tertullian, for instance—were apologists. Throughout the centuries, theologians and philosophers have provided various arguments for the rationality of faith. But after Kant’s devastating critiques of traditional arguments for God’s existence and in light of the post-modern suspicion of truth claims, apologetics as discipline seems no longer possible or desirable. It is thus refreshing to see a book entitled Theological Philosophy: Rethinking the Rationality of Christian Faith, in which the author, Lydia Schumacher, claims to take a novel approach to apologetics. As part of the Transcending Boundaries in Philosophy and Theology series, which seeks to explore “new opportunities in the dialogue between philosophy and theology that go beyond … traditional ‘faith and reason’ debates,” Schumacher’s book contends that Christian faith is by nature rational as it provides “a rational for rationality.” The argument of this book, however, builds on the thesis of her previous book Rationality as Virtue: Towards a Theological Philosophy (Ashgate 2015), in which she argues that rationality is ultimately about ethics—knowledge is used to maximize the flourishing of humanity. Reason thus defined is not inimical to but presupposes faith. It is therefore possible to develop a “pro-theology philosophy.” The present book fleshes out such a philosophy by demonstrating that Christian faith promotes human commitment to the highest good and hence is intrinsically rational.

The book begins by laying out the foundation for a theological philosophy that aims to foster the maximization of human flourishing. Drawing from Aquinas, the author suggests that, to realize human potential, we need four cardinal virtues, namely prudence, justice, fortitude, and temperance. Since self-realization presupposes an accurate self-assessment, prudence is needed to avoid hubris and false humility that prevent us from actualizing our potential. The second virtue is justice, which is essentially prudence in the context of interpersonal relations. Justice requires that persons and parties receive assistance “equal to their capabilities and needs.” The last two virtues, fortitude and temperance, regulate our passions so that we can operate with prudence and justice.

Having outlined the conditions for pursuing the highest good, Schumacher proceeds to demonstrate how belief in the Christian God, who is transcendent, triune, and incarnate, provides a rationale for that pursuit. As I will expound later, this is both the most interesting and most controversial part of the book. In any case, Schumacher contends that because human beings tend to ascribe absolute significance to finite goods, it is necessary to affirm the reality of a good that is beyond all limited goods and utterly irreducible to them. This good is secured by the existence of a transcendent God, who is simple, eternal, and perfect. However, to have clear knowledge of the transcendent God, we must rely on his self-communication and this self-communication is possible only through his Triune nature, which was most explicitly revealed to us by the incarnate Son, who empowers us to become fully human and orient our lives toward the highest good. Together, the doctrines of transcendence, the Trinity, and the incarnation provide the fundamental basis for pursuing the highest good or rationality, which is nothing but “participation in the life of the Triune God.”

The next section discusses how the other key doctrines – creation, sin, redemption, and church – elucidate and facilitate our participation in God. While the doctrine of creation establishes the nature of participation in God, the doctrine of sin explains the reason why participation is impeded. Subsequently, the doctrine of redemption describes the way in which God reopens the possibility of participation, while the doctrine of the church discusses the restored human life at individual and communal levels. These four doctrines thus constitute what the author calls “Christian Creedal Reasoning” for theological philosophy.

While the above discussions operate on the doctrinal level, the book now returns to the ethical aspect. Schumacher tells how within the framework of Christian doctrine the theological virtues of faith, hope, and love enable us to pursue the highest good. Because sin at its core is a deviation from God, faith re-orients our lives toward God and is thus the starting point of our participation in God. Then by living in hope, humans are actually moved gradually toward God as the highest object of desire. Finally, love is “the sign that faith has been made effective by hope” and hence the evidence of a transformed life pursuing the highest good. The book then elaborates on the nature of love in terms of the four moral virtues of prudence, justice, fortitude, and temperance, as outlined earlier. Here, the book goes back to its starting point, demonstrating how Christian love, as a consequence of Christian faith, maximizes the virtues that are foundational for realizing the highest human good. In fact, prudence, justice, fortitude and temperance become respectively the personal, interpersonal, instructive, and persuasive powers of love. Ultimately, love is the optimal site for the human pursuit of the highest good, in which rationality consists. In this sense, as the author points out, “the ultimate ‘proof’ for the rationality of faith consists in the life of Christian love.”

Schumacher’s book is an inspiring new addition to contemporary literature in apologetics and the philosophy of religion. Unlike many traditional arguments for the rationality of faith that focus on epistemology, Schumacher’s ethical approach is certainly refreshing and stimulating. She rightly reminds us that the reasonableness of Christian faith does not rest on arid intellectual debates but on Christian life. After all, faith is not simply a cerebral issue but a commitment to a certain way of living. In this respect, the book stands in continuity with Stanley Hauerwas’ line of argument that the proof of faith ultimately derives from the life of the Church. Yet, through a sophisticated redefinition of rationality, Schumacher is able to rest this contention on a more solid philosophical foundation, which I believe is the main contribution of this book. As a volume in the Transcending Boundaries in Philosophy and Theology series, Theological Philosophy is largely successful in achieving the goal of breaking down modern barriers between the two subjects, although a clear distinction exists between them in Aquinas’s thought, from which Schumacher draws heavily. She admits from the outset, however, that she would adapt – rather than simply follow – Thomas.

Reading through this book, one cannot help but wonder who the target audience would be and how much the validity of its argument depends on the background of its audience. For Christians who share the presuppositions of the author, the book is indeed convincing, as it provides helpful intellectual tools for affirming the rationality of their faith. Indeed, many apologetic works are more for believers than for non-believers. But apologetics must also serve non-believers. My impression is that the book is less persuasive for them. While it claims to be a philosophical work, some parts of the book – especially chapter 4, “Creation and Fall,” and chapter 5, “Redemption and Church” – read like a systematic theology handbook. In seeking to overcome the barrier between philosophy and theology, the book may have gone too far by blurring the distinction between the two disciplines, and since the author does not provide a clear definition of either term, it is sometimes unclear what she means by “theology” or “philosophy.” Yet if no distinction exists between the two terms, why call the book “Theological Philosophy”? Failing to clarify the relation between philosophy and theology also leads to another difficulty. In chapter 3, “Necessary Conditions for Theological Philosophy,” Schumacher argues that to promote commitment to the highest good it is essential that there is a transcendent, Triune and incarnate God who communicates himself and can be comprehended by humanity. Such an argument seems to suggest that the theological doctrines of transcendence, the Trinity and the incarnation are not truly revealed mysteries beyond reason but more or less logical necessities. This reminds us of Anselm’s effort to prove the necessity of the incarnation, which was explicitly rejected by Thomas. For in such cases, theology is reduced to philosophy and mystery to knowledge. For these reasons, Schumacher may still need to maintain a distinction between philosophy and theology.

Overall, this is an impressive, creative, and highly original piece of theological work. It makes an important contribution to apologetics and the on-going debates about faith and reason. I would recommend it to anyone who is interested in apologetics and the philosophy of religion.

Yonghua Ge (PhD. Cambridge University) is a Post-Doctoral Fellow at Regent College, UBC and Distinguished Research Fellow at the School of Philosophy, Beijing Normal University. He has published articles in Philosophy East and West, Tyndale Bulletin, The Heythrop Journal, Sino-Christian Studies, Logos & Pneuma (HK), Crux, Chinese Social Studies Today, and Regent Review of Christian Thoughts.

https://marginalia.lareviewofbooks.org/theological-philosophy/

περισσότερα

Δουβλίνο ΙΙΙ: η «εξαίρεση» που έγινε κανόνας

Δουβλίνο ΙΙΙ: η «εξαίρεση» που έγινε κανόνας

Η έμπειρη νομική ομάδα του Οικουμενικού Προγράμματος Προσφύγων της Εκκλησίας της Ελλάδος, συνεχίζοντας  τη μεγάλη παράδοση της φιλάνθρωπης διακονίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία συνοδεύει ολόκληρη την ιστορική πορεία της, ως έμπρακτη βοήθεια προς τους ενδεείς, ως αλληλεγγύη προς τους «κοπιῶντας καὶ πεφορτισμένους», ως «ἐλεημοσύνη», η οποία δεν ασκείται «ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι αὐτοῖς» (Ματθ. 6,1) και με κινητήριο δύναμη τη  γνήσια αγάπη, η οποία «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς» (Α’ Κορ. 13,5), συνέταξε και δημοσίευσε ένα εξαίρετο και κατατοπιστικότατο άρθρο για την εφαρμογή του Κανονισμού του Δουβλίνου στην Ελλάδα.

Σας παραθέτουμε το σύνδεσμο που θα σας οδηγήσει στο άρθρο αυτό:

http://www.immigration.gr/2018/05/blog-post.html

περισσότερα

Martin Luther’s Notion of Christian Freedom from an Orthodox Perspective

Martin Luther’s Notion of Christian Freedom from an Orthodox Perspective

Prof. Konstantinos Delikostantis

Helsinki, 13.11.2017

 

The core of Luther’s theology, the compass of his life and action, was his view of freedom as the “summary of the Gospel”1, as the quintessence of our salvation. His Reformation was “a program of freedom”.2 Freiheit, ἐλευθερία, was indeed “the theme of his life”.3 In a letter dated the 11th of November 1517, Luther signed for the first time as “Martinus Eleutherius”, Martin the free, the liberated, according to I Corinthians 7:22, a habit he later repeated in twenty-seven other letters of his.

It is because of his teaching on freedom that Luther shortly found himself in the frontlines. Freedom was the stimulus and the banner in his struggle against Rome. As a result of his comprehension of the inner freedom and of the difference between Christian and political freedom, Thomas Münze, the rebellious peasants and the simple people, who saw Luther as their natural ally, rejected him as the herald of the “easy Christ” and the “passive interiority”, which detaches the faithful from the real problems of life, as the friend and the servant of the princes. Although Luther was at the beginning the “Apostle” of the revolution, he became the “Judas”.4 When in 1525, through his famous writing De servo arbitrio, Luther turned vehemently against Erasmus, the majority of the “Humanists”, who saw his struggle with sympathy, abandoned him.

If the Reformation changed the Church, it also formed the history and culture of Europe, it influenced the course of world history and it did so as a movement of freedom. Thus, it is not surprising that Luther stands in the center of the contemporary dialogue on freedom, sometimes disputed, others praised. A serious encounter with Luther would not pass over the issue of Christian freedom. It would be like writing a book about Beethoven and not mentioning his Ninth Symphony.5 In this point Martin Luther is an eminent theologian and belongs not only to Protestantism but to the whole Christianity.

It’s already been thirty years since my proposal that the Orthodox-Protestant dialogue has to be concentrated around the notion of Christian freedom, as the crossing of all central theological problems. This proposal is now relevant, as by discussing on freedom we reveal all our divergences and our convergences. The decisive turning point in the encounter of Orthodox and Lutherans, I think, would happen if they put freedom at the center of their theological dialogue.

In a way, the subject of freedom has been regarded as fundamental in the history of the orthodox-protestant encounters and it was a perpetual point of controversy. In the famous correspondence between Tübingen and Constantinople in the years 1573-1581, in this courageous attempt for contact and exchange of theological ideas, Patriarch Jeremy II articulated his objections against the doctrine on the servum arbitrium, defending the αὐτεξούσιον, the freedom of the free will. According to the Patriarch, although it is God’s grace which redeems humans, God saves only the people who desire it (ἐθέλοντας). “All depends on God, but not in such a way, that our free will would be damaged”, notes the Patriarch.6 For Jeremy, who saw the new movement initially not without sympathy, became quickly clear that Luther’s Reformation was not in several points a return to the doctrine and the life of the Ancient Church. The Ecumenical Patriarch underlines “the absence of calmness” of the mind, “the displeasure with tradition”, the “ceaseless questioning and answering and also the desire for the new” as a sickness of the Western spirit.7

Also in the conflict on the openly Calvinistic “Eastern Confession of the Christian faith” (1629) of the Patriarch of Constantinople Cyril Loukaris, was the subject of the negation of the free will from the Protestants a point of controversy. The Encyclical of the Synod of Constantinople at 1836 against the Protestant missionaries, who attacked the piety and the religious practice of the orthodox faithful, indicates the deepest level -theologically and ecclesially- of the relation between Orthodoxy and Protestantism. According to this Encyclical, Luther’s pretended rejection of the free will and his teaching on predestination dispense humans from the responsibility before God and proclaim God as the author of human malice. The result of Luther’s doctrine was the underestimation of good works and the emergence of uncontrolled passions. It is not by chance that protestant missionaries, “similar to their head”, try to undermine the Orthodox identity in the name of the licentious freedom.8

It is one of the benefits of our sincere ecumenical dialogues, that we can discuss central theological issues in a different way. Trully, no other theologian spoke with such enthusiasm on freedom as Luther, but also no one rejected the free will coram Deo as he did. According to him, the freedom of the Christian is understandable only on the background of the doctrine of the servum arbitrium. Luther did not intend a strong contrast through this powerful doctrine, but this approach was for him the genuine expression of the dialectics of freedom.

There is no doubt that Luther has not denied the free will in psychological or moral perspective. According to him, these dimensions of freedom do not belong in the frame in which he poses the problem of freedom. “We are not speaking about nature but about the grace”, notes Luther.9 We must discern what is God’s and what depends on us in our life in this world. Hans-Martin Barth states: “Luther appreciated a lot the natural man, only in relation to the earthen matters. On the opposite, he attached no value to him in his relation to God”.10 Revendication of freedom before God, which means synergy in our salvation, is an expression of man’s tendency to self-justification. “Man does not want, because of his nature, that God is God, but he wants that himself is God and that God is not God”.11

On this ground, I will try to approach some essential dimensions of Luther’s notion of freedom, primarily on the basis of his famous treatise “Von der Freiheit eines Christenmenschen”, “On the Freedom of a Christian”, a “sum of the Christian life”, according to Luther.

Even Paul Hacker, who accused Martin Luther to be “Cartesius of theology”, characterized this writing as a text “where the positive wealth of Luther’s thought and the warmth of its piety prevail”.12 Lyndal Roper speaks of the most beautiful writing of Luther in a decisive period of his movement. Selle states: “There is no polemic or aggression. Deeply musical, one can almost hear Luther’s voice conversing with the reader”.13

Although this text has been written after the publication of the papal bull of excommunication “Exsurge Domine”, it is notable that Luther has antedated this writing, signing “Zu Wittenberg, 6. September 1520”. In fact this text has been written shortly before its publication at the beginning of November. It was Kral von Militz who proposed Luther to address the Pope with a conciliatory letter and to add a concise treatise on his teaching. Von Militz had also proposed to antedate the writing, giving the impression, that Luther wrote the text without knowledge of the full Exsurge Domine, which has been published in September 29. Volker Leppin called this act “the rudest forgery of which Luther made himself guilty”.14

Luther describes the essence of Christian freedom epigrammatically in the famous sentences of his treatise on the Freedom of a Christian: “A Christian is a perfectly free lord of all, subject to none. A Christian is a perfectly dutiful servant of all, subject to all”.15 Luther explains his approach of Christian freedom through the Pauline distinction between the inner and the outer man (2. Cor. 4, 16; Gal. 5, 17). The inner man refers to the human being in its relation to God. Freedom is our liberation from the works, aiming the justification. External matters do not have any soteriological value, any impact on our salvation. The faithful is released from the “martyrdom of the works”, which have a salutary purpose.16 The works of love are the spontaneous and authentic expression of faith. Our liberated freedom, constituted coram Deo in faith, is expressed coram hominibus in love and service. It is the essential distinction of faith and love, which founds their inseparable unity.

It is well known that this text has been used as the basis of the reproach of the “inactive interiority” of faith against Luther. The truth is that faith “pushes to a life in freedom” in the world;17 it has enormous social consequences. Lyndal Roper states: “(Luther’s) use of the word freedom, alongside the idea that the Christian is both lord and servant, resembles the impact of dynamite. By addressing all Christians as equals, be they princes or commoners, and by insisting on their freedom, he broke with social deference”.18 That is why this freedom strengthens human activity in the social space.

In this sense, the reproach of the “closed interiority” against Luther’s conception of faith fails and it cannot constitute an important controversial point in the orthodox-protestant encounter. Oswald Bayer stressed on the “ontological significance” of justification. He wrote: “The exegete of the Bible Luther observed the fact of justification in its existential depth, through which certainly this wideness is accessible”.19

Really controversial in Orthodox-Protestant dialogue on Christian freedom is the problem of Luther’s so called “Cartesianism”, a reproach developed, as already stated, especially by Paul Hacker. Luther is presented as the “Descartes of theology, as the theologian, who replaced the truth of faith through the certainty of faith, who put at the place of the church the homeless individual”. Just as Descartes tried to found the truth of being on the certainty of the subject, Luther, the theologian of “reflexive faith”, connected salvation with the certainty of the faithful ego.20

Hacker’s controversial theory has been discussed without conclusive results. You surely know that Karl Barth took seriously Hacker’s objections. He wrote in a letter addressed to Helmuth Gollwitzer: “Do you know the book of Paul Hacker Das Ich im Glauben bei Martin Luther, Verlag Styria 1966? I am anxious for the reaction of the Lutheran theology and research. For me it was the opportunity to thank my Creator once more, for the fact that I wasn’t born as a Lutheran, for fact that He didn’t committed me to fidelity to this Church Father. Luther was for me always a suspect. The book of Hacker stresses exactly why this happened, why in my studying-room the Weimarer Ausgabe is hidden behind an Indonesian carpet!”.21

Here exists a real problem that will persist as a point of controversy in our ecumenical dialogue. Although at the center of Luther’s theology stands divine grace and not a faith that in itself constitutes salvation, the fact of Luther’s accent on the role of the faith of the individual and of the certainty of pro me, especially when evaluated in another theological context, can lead to a suspicion of religious individualism in Luther’s theology.

This problem of the individualistic narrowing of Christian freedom has an eminent importance for the Orthodox approach to Luther. Individualism is unfamiliar to Orthodox personalism, our ecclesiocentric understanding and our living of the faith. Orthodox theology stresses the essential relation between freedom and the church. For Alexander Schmemann, “the church is freedom and only the church is freedom”.22 For this reason, “ecclesiology is the starting point of a theology of freedom”.23 Christianity is “the church” and not “an individualistic religion” as Georges Florovsky underlines.24 According to Metropolitan of Pergamon John Zizioulas “the Church is by definition incompatible with individualism”.25 Also Friedrich Heyer states rightly: “Orthodoxy has never posed the individualistic questions of the Occident. Its believer· do not ask: neither whom can I have a merciful God? Nor: May I be certain about my salvation? The universalism of salvation, which is ontologically founded in Christ’s Incarnation, did not allow such question and it did not need them”.26 For Saint John Chrysostom, in the Incarnation Christ “assumed the flesh of the Church”.27

Paul Tillich called Luther’s doctrine of the Church “the weakest point in his teaching”.28 Trying to reason about this view, I ask myself if this pretended “weakness” is mainly connected with Luther’s polemics against Rome or if we must search the theological principles, which block Luther’s way to a “strong” ecclesiology. Although I don’t fully agree with Hacker’s “Cartesianism” reproach against Luther, I see an underestimation of the certainty in the act of individual faith in Luther’s piety and theology as a point of divergence between Orthodoxy and Lutheranism.

Orthodox Theology criticizes Luther’s comprehension of the ecclesial dimension of freedom. He certainly saw his teaching about justification and the sacraments as “teaching about freedom”.29 Hellmut Zschoch emphasizes three dimensions of this freedom: Freedom for the Church, from the Church and in the Church: “Freedom and Church belong for Luther together. The three dimensions of this relation penetrate each other. The idea of freedom for the Church is at the center: the Church is Church through the fact that it is being born and lives always anew from the message of freedom. From this derives the freedom from the Church the structures (Ordnungen) of the Church, even if they are good, meaningful and impressive, they don’t belong in the relation with God. If they are pushed in this relation, their good sense turns into the opposite. Good ecclesia order renders freedom in the Church possible: it realizes itself through the pragmatic accommodation to each time, to each place and to the givens and it strengthens in this way the exclusive authority of the Gospel”.30

What is here missing, from the orthodox point of view, is the reference to the sacramental life as life of freedom in the Church. It is an essential insight of Luther, that to be a Christian means “to be free”, or more precisely “to become free”.31 In Orthodox perspective, the Church is not only the space of that expression, the practice of our liberated freedom that is, but also the place of the genesis, of freedom’s birth. Church precedes freedom. We are “becoming free” in the Church.

It has been said that the treatise On the freedom of a Christian signalizes a change of paradigm, a cut between the Middle Ages and Modern Times, the beginning of the emancipation of the individual from the community of the Church and of the society. Indeed the Reformation “placed the conscience of each individual in the center”, initiating a mental shift32.

It is out of doubt that the emergence of the idea of the autonomous freedom of the individual in Modernity has been influenced by Luther’s notion of theonomous libertas Christiana, even if between the two conceptions a deep chasm exists.

Ecumenical Patriarch Bartholomew in his speech at the Ceremony of the Accordance the Doctor Honoris cause degree of the Evangelical Faculty of Theology in Tubingen, stated rightly: “The Reformation clearly strengthened the position of the individual. Without the contribution of Luther’s actions and teaching, the freedom of the individual would not have become the Magna Carta of Europe. Luther’s theology of freedom is thus a turning point in the “progress in the consciousness of freedom (Hegel)… In this sense Martin Luther is utterly contemporary. His concept of freedom is of central significance for the dialogue of Christianity with the modern world”.

I agree with Gerhard Ebeling, who warned against the evaluation of modernity on the basis of “hamartological criteria”, as the period when theonomy was replaced by autonomy, faith by atheism, solidarity by individualism etc., thus identifying it as a time of total dechristianisation. If we act that way -and the Orthodox are doing so…- we are forgetting, according to Ebeling, that “already long before modern times, humanity did not live in the paradise and that the original sin is attributed to Adam and not to Descartes”.33

On such a ground, the dialogue of our Churches with the modern world can lead to a fruitful mutual enrichment. In this encounter the Christian Churches can discover and develop more consciously and effectively their own tradition of freedom. In this sense I do not agree with my teacher in Tübingen Professor Hans Küng, who used to speak of the Roman Catholic Church as the Church of authority, of the Orthodox Church as the Church of tradition and of Protestantism as the Church of freedom. In my view, all our Churches are Churches of freedom, because that is the essence and the sign of our faith, the differentia specifica of Christianity in comparison with all other religions.

 

Epilogue

 

However that may be, the accentuation of freedom as Luther’s legacy remains an eminent challenge for Orthodox theology in spite of the mentioned problems, especially for the encounter of Orthodoxy with modern culture and its autosoteric freedom as autonomy. The future of humanity is connected with the art of the comprehension of the origin (πόθεν) of our freedom and of the final reference of it (πρός).

Our time needs a theology with sensitivity for the adventures of human freedom, a theology with imagination that knows that it acts in a concrete and open historic moment. Its witness in front of the signs of times is an expression of its ecclesiality, not the loss of it.

For Orthodox theology, as already stressed, there is an essential relation of freedom and Church. Our Christian life is eucharist-centred; it is essentially a participation in the sacraments of the Church. This ecclesiocentric understanding of faith does not allow the emerging of individualistic narrowing of freedom. The difference between Orthodoxy and Protestantism appears clearly if we compare Luther’s Freedom of a Christian with the Orthodox “summary of the Christian life”, the treatise On the Life in Christ by Nicolas Cabasilas. The description of the faith and of the faithful as the “inner man” in Luther’s essay corresponds to Cabasilas’ presentation of Church’s sacramental life.

Nostra libertas fundamentum habet Christum”.34 In this sentence Luther’s we find the very essence of his faith and piety. Real freedom is our dependence on Jesus Christ. “O eine selige Gefängnis (What a blessed imprisonment!). Haec captivitas est libertas Christiana ipsa”.35

The centrality of this freedom in Christian existence is Luther’s theological legacy. He challenges us all, Roman Catholics, Orthodox and Protestants, to rethink our Christian witness in the contemporary world, in an immense crisis of freedom. In front of the great challenges of our times, common Christian witness is of cardinal importance. Celebrating in common the anniversary of the Reformation, we renew our commitment to continue our dialogue in faithfulness and openness. This is precious and it opens our future.

 

 

Thank you for your attention!

1 G. Ebeling, «Frei aus Glauben. Das Vermächtnis der Reformation», in: Lutherstudien I, Tübingen 1971, 317.

2 V. Leppin, Martin Luther. Vom Mönch zum Feind des Papstes, Darmstadt 2013, 53.

3 G. Ebeling, «Der kontroverse Grund der Freiheit», in: Luther in der Neuzeit, ed. B. Möller, Gütersloh 1983, 30.

4 E. Bloch, Thomas Münzer als Theologe der Revolution, Werke II, Frankfurt a.M. 1969, 109.

5 O.H. Pesch, Hinführung zu Luther, Mainz 1983, 177.

6 I. Karmiris, The Dogmatic and Symbolic Monuments of the Orthodox Catholic Church, I, Graz 1968, 483.

7 I. Karmiris, o.c. II, 556.

8 I. Karmiris, o.c. II, 955-958.

9 De servo arbitrio (1525), WA, 18, 781, 6.

10 H.-M. Barth, “Freiheit die ich meine? Luthers Verständnis der Dialektik von Freiheit und Gebundenheit”, in: Una Sancta 2 (2007), 103-115, here 114.

11 M. Luther, Disputatio contra scholasticam theologiam (1517), WA, 1, 225, 1-2.

12 P. Hacker, Das Ich im Glauben bei Martin Luther, Graz/Wien/Köln 1966, 165-166.

13 L. Roper, Martin Luther. Renegade and Prophet, London 2016, 166.

14 V. Leppin, o.c., 55.

15 M. Luther, Von der Freiheir eines Christenmenschen, WA, 7, 21, 1-4.

16 M. Luther, In die Purificacionis Marie, 2. Februar 1521, WA, 9, 568, 10.

17 E. Jüngel, Zur Freiheit des Christenmenschen. Eine Erinnerung an Luthers Schrift, München 1978, 17.

18 L. Roper, o.c., 168.

19 O. Bayer, «Was ist Rechtfertiggung», in: Evangelische Kommentare 23 (1990), 659-662, here 659.

20 P. Hacker, o.c., 12.

21 Karl Barth, Gesamtausgabe, V, J. Fangmeier a.o. (eds.), Karl Barth. Gesamtausgabe, V, Zürich 1979, 361-362.

22 A. Schmemann, Théologie d’ aujourd’ hui et de demain, Paris 1967, 184.

23 A. Schmemann, o.c. 184.

24 G. Florovsky, “The Church, its Nature and Work” in: Holy Scripture, Church, Tradition, Thessaloniki 1976, 97 (in Greek).

25 J. D. Zizioulas, The Church as Communion, Offsprint from St. Vladimir’s Theological Quartely 38, No. 1, 1994, 3-16, here 8.

26 F. Heyer, «Orthodoxe Theologie», in: ders. (Hsrg.), Konfessionskunde, Berlin/New York 1977, 132-201, hier 173-4.

27 PG 52, 429.

28 P. Tillich, Vorlesungen über die Geschichte des Christlichen Denkens I: Urchristentum bis Nachreformation, Stuttgart 1971, 265.

29 K. Deppermann, „Martin Luther. Bahnbrecker des Neuzeit?, in· Th. Baumann a.o. (ed.), Klaus Depermann. Protestantische Profile von Luther bis Francke, Göttingen 1992, 5-21, here 14).

30 H. Zshoch, „Martin Luther und die Kirche der Freiheit“, in: W. Zager (ed.), Martin Luther und die Freiheit, Dammstadt 2010, 25-39, here 38.

Γιατί η ποιότητα σε διωγμό;

Γιατί η ποιότητα σε διωγμό;

του Χρήστου Γιανναρά

Π​​όσο στο καχεκτικό, μεταπρατικό μας κρατίδιο όσο και στην αχανή διασπορά της αποδημίας, η ελληνικότητα θα μπορούσε να διασωθεί μόνο σαν κοσμοπολίτικη ποιότητα-πρόταση πολιτισμού που ενδιαφέρει πανανθρώπινα. Ποτέ σαν υπηκοότητα, και μάλιστα κράτους μιμητικού, που και στη μίμηση αποτυχαίνει ταπεινωτικά.

Πρόταση πολιτισμού σημαίνει: «νόημα» ζωής σαρκωμένο σε «τρόπο» βίου, δηλαδή κάτι που δεν προκύπτει από την ατομική συμμόρφωση με ιδεολόγημα ή με ορθολογικές προστακτικές. O πολιτισμός είναι πάντοτε κοινωνικό γεγονός, σαρκώνεται πάντοτε σε θεσμούς και λειτουργίες αυτοδιαχείρισης της συλλογικότητας, διασώζει τον πολιτισμό κάθε κοινωνούμενη πρακτική: η γιορτή, ο χορός, το τραγούδι, η κουζίνα, το καφενείο ως κατάλοιπα της «Aγοράς».

Oλοι οι παραπάνω άξονες πολιτισμικής ιδιαιτερότητας και κοινωνικής συνοχής, ταυτότητας και συνέχειας του Eλληνισμού, υπονομεύθηκαν σκόπιμα και προγραμματικά από τον βίο του μεταπρατικού μας κρατιδίου. O πολιτισμικός αυτός ξολοθρεμός διαφημίστηκε και επιδιώχθηκε σαν «εκσυγχρονισμός» και «πρόοδος». Eκόντες-άκοντες ή απλώς (και ηλιθίως) ξιπασμένοι, βυθιστήκαμε οι ελληνώνυμοι στον παραισθησιογόνο μιμητισμό δάνειων συνταγών και μοντέλων, όχι για να υπηρετηθούν καλύτερα οι ανάγκες μας, αλλά μόνο επειδή μας γυάλιζε το «να γίνουμε Eυρωπαίοι».

Kαι το αποτέλεσμα (χειροπιαστό), μια εφιαλτικής έκτασης καταστροφή: Bανδαλισμός της ελληνικής γης από έναν πολεοδομικό πρωτογονισμό αφόρητης ακαλαισθησίας και βάναυσης κερδολαγνείας – ανήκεστη βλάβη. Pήξη στη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, αποκομμένος ο σημερινός Eλληνας από τη γραμματεία όλων των προηγούμενων γενεών. Mεθοδική σύγχυση και τελική αποχαύνωση της ιστορικής συνείδησης. Aλλοτρίωση χαρακτηρολογική του Eλληνα σε τριτοκοσμικό αδηφάγο καταναλωτή, άθυρμα της εξηλιθιωτικής ισχύος των διαφημιστικών τεχνασμάτων.

Oι αντιστάσεις σε αυτή την καθολικευμένη πολιτισμική αυτοχειρία των Eλλήνων παραμένουν μια έκπληξη, όχι ο κανόνας. Yπήρξε η «Γενιά του ’30»: μια ελληνικότητα που αφομοίωνε δημιουργικά το επίκαιρο και σύγχρονο (ευρωπαϊκό ή διεθνές) στην ελληνική γόνιμη ιδιαιτερότητα – στη ζωγραφική, στην ποίηση, στην αρχιτεκτονική, στη μουσική. Ξαναζωντάνεψε μετά τον πόλεμο, στη δεκαετία του ’60, αυτή η επικαιροποιημένη, διαλεγόμενη γόνιμα με τη Δύση ελληνικότητα. Δεν έφτασε όμως ποτέ να επηρεάσει, ούτε κατ’ ελάχιστο, την πολιτική, τα «κέντρα λήψης αποφάσεων». Oύτε και τον «επίσημο» εκκλησιαστικό βίο.

Eιδικά για τον Eλληνισμό της διασποράς, οι εκκλησιαστικές αρχιεπισκοπές, επισκοπές και ενορίες ήταν οι μοναδικοί άξονες συσπείρωσης, συνοχής και συνέχειας της ελληνικότητας των αποδήμων. Φυσικό επομένως ήταν να υποστούν και να φανερώσουν, έγκαιρα, την αλλοτρίωση που επέφερε στον κρατικοποιημένο «εθνικά» Eλληνισμό ο «εκσυγχρονιστικός» μιμητισμός του. H τραγωδία της ξιπασιάς των Nεοελλήνων, του άκριτου επαρχιώτικου θαυμασμού τους για οτιδήποτε «ευρωπαϊκό», η μειονεξία και η ντροπή που αισθάνονται για τη δική τους παράδοση πολιτισμού, είναι ακόμα σήμερα, κυρίαρχο γνώρισμα της ελληνικής διασποράς.

Aκόμα σήμερα, ο Eλληνας απόδημος στις HΠA ή στον Kαναδά, θα φωνάξει Aμερικάνο αρχιτέκτονα να του χτίσει «μοδέρνα» εκκλησιά, «μοδέρνο» ζωγράφο να τη ζωγραφίσει. Δεν έχει μάτια να δει, ποια θέση έχουν οι ελληνικές Eικόνες στις μεγάλες γκαλερί και στα μουσεία του κόσμου – εικόνες ίσως κλεμμένες από το χωριό του πατέρα του, για το οποίο ντρέπεται ο σημερινός Eλληνας. Oύτε υποψιάζεται ποια θέση έχει η «βυζαντινή» μουσική στις μουσικές ακαδημίες σήμερα, θεωρεί πολιτισμό μόνο το αρμόνιο και την τετραφωνία, προτιμάει τον προτεστάντικο πάγκο σωφρονιστικού στρατωνισμού από το σοφό λειτουργικό στασίδι.

H ελληνική ομογένεια στη διασπορά της αποδημίας μοιάζει να αγνοεί ολοκληρωτικά τις αναζητήσεις της Γενιάς του ’30 και της δεκαετίας του ’60 που σημάδεψαν τη γενέτειρα. Kαι γι’ αυτή την αναπηρία της άγνοιας υπάρχουν ιστορικές ευθύνες. Tο εμφατικότερο και δραματικότερο σύμπτωμα της παρακμής του Eλληνισμού είναι η παγιωμένη, απόλυτη αδιαφορία για την αξιολόγηση της ανθρώπινης ποιότητας – από το πιο ταπεινό ώς το κορυφαίο κοινωνικό λειτούργημα.

Eιδικά μέσα στην Eκκλησία, δηλαδή στην πολιτισμική ραχοκοκαλιά του Eλληνισμού, η ανθρώπινη ποιότητα είναι υπό διωγμόν. O τρόπος εκλογής των επισκόπων στην ελλαδική Eκκλησία, δυστυχώς και στο Oικουμενικό Πατριαρχείο, αποκλείει θεσμικά κάθε κριτική αποτίμηση, κάθε καταξίωση της ποιότητας. Eίναι η αυθαιρεσία κατεστημένη ως αυτονόητη. Λειτουργούν μόνο το παρασκήνιο και οι «διασυνδέσεις». Δεκαετίες ολόκληρες το Φανάρι απέκλειε από το λειτούργημα και τις ευθύνες του επισκόπου ακόμα και τον πιο προσοντούχο κληρικό, αν δεν ήταν «χαλκίτης» (να είχε θητεύσει στην Πατριαρχική Σχολή της Xάλκης). Tο απολυτοποιημένο αυτό προαπαιτούμενο παγίδευσε σημαντικές στην Eυρώπη ελληνικές επισκοπές σε παντοδαπή αποχή από τις κοσμογονικές (κυριολεκτικά) διεργασίες που αφορούν στο μέλλον και στον ιστορικό ρόλο της E.E.

Πώς να μετάσχουν σε τέτοιες διεργασίες επίσκοποι που μετά βίας επαρκούν για τις τυπικές, «παπαδικές» υποχρεώσεις τους, ανίκανοι να οργανώσουν έστω και μια σειρά διαλέξεων ή μια σοβαρή εκδοτική παρέμβαση στην ευρωπαϊκή βιβλιαγορά; Kάποιοι από αυτούς μόλις και θα άντεχαν τις ευθύνες μιας ενορίας σε επαρχιακή ελλαδική κωμόπολη, και βρέθηκαν να πρέπει να εκπροσωπήσουν τα μέγιστα και τα τίμια του Eλληνισμού «εν μέσω της καμίνου» στην Eυρώπη (ή και στην Aμερική) σήμερα. Tην ίδια ώρα, που στον έγγαμο ελλαδικό κλήρο, αλλά και στην αγιορείτικη αφάνεια και σιωπή, οι εκπλήξεις μιας νεολαίας, με συναρπαστική εγρήγορση επικαιρική, παραμένουν άγνωστες και αδιάφορες για τους αξιωματούχους των θεσμών αλλά ουραγούς της Iστορίας.

H απελπιστικότερη ίσως πτυχή παρακμής του Eλληνισμού είναι η ολική έκλειψη αισθητηρίου αξιολόγησης της ποιότητας, ειδικά μέσα στην Eκκλησία.

http://www.kathimerini.gr/932157/opinion/epikairothta/politikh/giati-h-poiothta-se-diwgmo?platform=hootsuite

περισσότερα

H εορτή του Άη Γιάννη στην «ακριτική» Μητρόπολη Δέρκων

H εορτή του Άη Γιάννη  στην «ακριτική»  Μητρόπολη Δέρκων

Με την ευγενική παραχώρηση της κυρίας Ρέας Πουρνάρα αναδημοσιεύουμε ένα άρθρο της για την εορτή του Αγίου Ιωάννου στα περίχωρα της Πόλεως.

«Πώς μπορούν μια χούφτα Ρωμηοί να λαμπρύνουν την εκκλησία τους την ημέρα της εορτής της, στην μακρινή περιοχή του Γενιμαχαλά στο Βόσπορο, που μια εκαντονταετία πριν είχε αποκλειστικά και μόνο Ρωμηούς κατοίκους; Έχω σχετικά ακούσματα από την γιαγιά μου, που γεννήθηκε εδώ το 1906 από γονείς που μόλις έφθασαν να εγκατασταθούν από τη Νεάπολη της Καππαδοκίας...

Στο αντίκρυσμα κιόλας της εικόνας του Γενεσίου του Αη Γιάννη στο νάρθηκα του ναού, στολισμένη γύρω γύρω με τριπλή σειρά από κιτρινοπορτοκαλιά καλοκαιρινά λουλούδια στεφανωμένα στην κορυφή της σε σταυρό, νοιώθεις ήδη την εορτή! Οι ψαλμωδίες ακούγονται από μέσα καλλίφωνες, πέντε άνθρωποι στα στασίδια τους γεύονται την χαρά του όρθρου!

Η εκκλησία πεντακάθαρη, τα μανουάλια μπροστά στις παλαιές εικόνες με κεριά για άναμα, τις προσκυνώ όλες, έτσι όπως μάθαμε από μικροί... Σιγά-σιγά έρχεται ο κόσμος. Ο άγιος Δέρκων ετοιμάζεται να λειτουργήσει. «Αποστόλου του σεβασμιωτάτου και θεοπροβλήτου μητροπολίτου της αγιοτάτης μητροπόλεως Δέρκων, υπερτίμου και εξάρχου Βοσπόρου Θρακικού και Κυανέων...». Είμαστε πράγματι πολύ κοντά στα βόρεια σύνορα της επαρχίας του, νοιώθεις το εύρος του τίτλου του Δεσπότη! Και στη διάρκεια της λειτουργίας την σημασία και την συμβολή της εορτής του Γενεσίου του Αη Γιάννη.

Αυτή μάς μεταφέρει εξάλλου και ο ωραίος λόγος του π. Αδαμαντίου, ιερέως της Μητροπόλεως, που έχει την τιμή να εκφωνήσει με δέος μπροστά στον Δεσπότη του και με χαρά μπροστά στο εκκλησίασμα: τρεις οι γενέθλιες εορτές του πανυγηρίζει η Εκκλησία μας και μάς τις απαριθμεί με την σειρά του εκκλησιατικού ημερολογίου: της Παναγίας, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και του Χριστού. Μας μιλά για το μεγάλο νόημα της πορείας του Προδρόμου για την έλευση του Χριστού, που συνδέεται τόσο αρμονικά με το τροπάριο της γιορτής. Στη συνέχεια η αρτοκλασία κατά το έθιμο και η απόλυση με τον πατρικό λόγο του αγ. Δέρκων κ. Αποστόλου γιά όλους. Με ειδική αναφορά για τους κοπιώντας στο ναό, τόν άξιο επίτροπο κ. Γιώργο Κωνσταντινίδη, γέννημα θρέμα της Κοινότητας, και την σύζυγο του που τον φροντίζουν τόσο καλά, για τους ψάλλοντες κ. Αντώνη Χατζόπουλο και την κυρία Ιωάννα Κατσικοπούλου, κόρη του αειμνήστου π. Βασιλείου, που υπηρέτησε χρόνια εδώ και για τους ιερείς π. Αντώνιο και π. Αδαμάντιο και διάκονο π. Πορφύριο που τον πλαισίωσαν στη λειτουργία.

Το κέρασμα το νηστίσημο στη συνέχεια και οι λίγες κουβέντες στην αίθουσα της Κοινότητας σε κάνουν να νοιώσεις για μια φορά ακόμη την εορτή. Είναι η σεμνότητα της Πόλης, η αρχοντιά της, που δένεται με την σεμνότητα, που ζει χρόνια και χρόνια σιωπηλά και ξέρει να κρατά γερά τα ήθη και τις παραδόσεις έστω και με τους λίγους πια ανθρώπους της…».

Ρέα Πουρνάρα

Πόλις, Ιούνιος 2017

περισσότερα
First Previous  Εμφάνισε 1 από 5 σελίδες   Next Last
επιστροφή