Οι Μέλισσες του Σολάν

Οι Μέλισσες του Σολάν

Πόσο μπορεί να νοιώσει κανείς την μαρτυρία της πίστεως μας, την αφοσίωση στα όσια και ιερά της Πόλης, στην κάτω άκρη της Γαλλίας, κοντά στην Avignon, στο μοναστήρι του Σολάν, τελείως βυζαντινό, μέσα στην ατελείωτη καταπράσινη και εύφορη γη του τόπου αυτού;

Μπορεί να την νοιώσει βαθύτατα. Μπορεί να την νοιώσει από την ευγνωμοσύνη της Γερόντισσας Υπαντίας, της νεαράς ηγουμένης του Σολάν, προς τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, από τις ευχαριστίες της στον πολυσέβαστο ηγούμενο της Μονής Συμωνόπετρας του Αγίου Όρους κ. Ελισσαίο, από την ανταπόδοση του μητροπολίτου Γαλλίας κ. Εμμανουήλ με τον ειλικρινή έπαινο του για το μεγάλο επίτευγμα της μονής να ιδρυθεί και να διακονεί την Ορθοδοξία στην γαλλική αυτή μεγάλη επαρχία.

Μπορεί κανείς να κλάψει σιωπηλά με την ευαισθησία της ψυχής των μοναχών, να χαρεί φανερά με τα χαμογελαστά και ανάλαφρα πρόσωπα τους να χαίρονται την χαρά των εγκαινίων του ναού τους μέσα στο μοναστήρι τους που ιδρύθηκε πριν περίπου 30 χρόνια. Να αισθανθεί ότι ευωδιάζει η Ορθοδοξία όσο ψάλλουν με τις μοναδικές φωνές τους οι μοναχές, άλλοτε στα γαλλικά άλλοτε στα ελληνικά. Να ζήσει την αύρα της πίστης τους ενώ κυκλοφορούν ελαφρόσκιες μέσα στην εκκλησία ασταμάτητα, για να γίνουν όλα τέλεια κατά την διάρκεια της πρωινής εγκαινιακής λειτουργίας την Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019. Να επαναβαπτισθεί ακόμη κανείς παρακολουθώντας τον ιερέα κατά την διάρκεια της λειτουργίας να χρίζει, με Άγιο Μύρο σε σχήμα Χριστογράμματος, τους θόλους του ναού.

Προεξάρχει ο Σεβασμιώτατος άγιος Γαλλίας, με συλλειτουργούς τον άγ. Λεμεσσού κ. Αθανάσιο, τον αγ. Αυστρίας κ. Αρσένιο, τον αγ. Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς κ. Ιουστίνο. Και βοηθούς επισκόπους, ιερείς, διακόνους και πολλούς επισκέπτες μοναχούς. Με εκλεκτούς προσκυνητές από πολλά σημεία της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής, της Αμερικής.

Η ομιλία της Ηγουμένης για το ιστορικό της μονής από την μια, και την σύνδεση της με τις Βλαχέρνες και την εποπτεία της από την Μονή Συμωνόπετρας του Αγίου Όρους από την άλλη, με κάνουν κι ανατριχιάζω. Πόσα ωραία μάς είπε, πόσα θεσπέσια μάς εξέφρασε, εκείνη στα γαλλικά, η ελληνόφωνη μοναχή δίπλα της μεταφράζοντας ταυτόχρονα στα ελληνικά. Σκεπάζεται ήδη η εκκλησία – το καθολικό της μονής - με την χάρη της Παναγίας των Βλαχερνών. Η προστάτις και η αγάπη της Πόλης, και όλων των Πολιτών!

Το λευκό πέπλο της Παναγίας είναι ζωγραφισμένο στην εικόνα της Αγίας Σκέπης, αριστερά από την γλυκύτατη Παναγία με το βρέφος του τέμπλου. Είναι προς τιμήν της η εκκλησία. Γιορτάζει την 1η Οκτωβρίου. Σε ανάμνηση του οράματος που είδε ο Άγιος Ανδρέας, ο διά Χριστόν σαλός, στις Βλαχέρνες τον 10ο αιώνα: ο Άγιος, σε μια ολονύκτια ακολουθία στην Παναγία των Βλαχερνών είδε την Θεοτόκο στον ουρανό προσευχόμενη και σκέπουσα το λαό με το τίμιο ωμοφόριό της! Ένα μέρος αυτού του πέπλου, που φυλάσσονταν στις Βλαχέρνες, δώρισε η Αυτοκράτειρα Ειρήνη στις αρχές του 9ου αιώνα στο Βασιλέα των Φράγκων Καρλομάγνο, εις ένδειξιν φιλίας. Ένα πολύ μικρό κομμάτι αυτού του πέπλου φυλάσσεται τώρα στην Αγία Σκέπη του Σολάν! Ήρθε από τον μεγαλοπρεπή καθεδρικό ναό του Chartres, όπου ακόμη βρίσκεται το ωμοφόριο της Παναγίας.

Η Δύση και η Ανατολή, οι νεώτερες και γεροντότερες αδελφές, οι επίσκοποι, οι μοναχοί, οι προσκυνητές, ο καθολικοί προσκεκλημένοι, όλοι ενώνονται στην αγιοπνευματική χάρη της σημερινής γιορτής. Νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

της κ. Ρέας Ξενιάδου Πουρνάρα

περισσότερα

Ἀποχαιρετισμός στόν Σπύρο Λιονάκη (Χανιά, 18-7-2019)

Ἀποχαιρετισμός στόν Σπύρο Λιονάκη (Χανιά, 18-7-2019)

τοῦ Ἄρχοντος Μέγα Πρωτονοταρίου Γρηγορίου Λαρεντζάκη

Σεβασμιώτατε Ἅγιε Σμύρνης κ. Βαρθολομαῖε. ἐκπρόσωπε τῆς Α.Θ.Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαθολομαιου,

Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς,

Σεβαστό Ἱερατεῖο,

Ἀγαπητή κ. Σοφία,

ἀγαπητέ Γιάννη,

ἀγαπητέ Νῖκο μέ τίς οἰκογένειές σας,

Άγαπητοί συγγενεῖς καί φίλοι, ἐκπρόσωποι τῶν Ἀρχῶν,

Τεθλιμμένη ὁμήγυρις, 

Μέ βαθειά συγκίνηση καί πόνο ψυχῆς εὑρίσκομαι σήμερα ἐνώπιόν σου, ἀκριβέ φίλε καί ἀγαπητέ ἀδελφέ Σπύρο μέ τό τιμητικόν καθῆκον ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἀδελφότητος τῶν Ὀφφικιαλλίων, τῶν Ἀρχόντων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί προσωπικῶς, γιά νά ἐκφράσω τά βαθύτατα αἰσθήματα λύπης καί μετοχῆς τήν ἱερή αὐτή στιγμή ἑνός ἀπό τούς κεντρικούς σταθμούς τῆς σημαντικῆς πορείας τῆς ζωῆς σου: Τοῦ ἀποκορυφώματος καί τῆς πληρώσεως καί τῆς ὁλοκληρώσεώς της ἐδῶ στά ἐπίγεια, ἀλλά συγχρόνως καί τῆς μεταβάσεως ἀπό τά ἐπίγεια πρός τά οὐράνια πλησίον στόν δημιουργό καί πατέρα ὅλων μας. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι μέ τήν ἐλπίδα καί τήν πεποίθησή σου καί τήν ἀκλόνητη πίστη σου θά εὑρίσκεσαι ἤδη στήν ἁρμόζουσα θέση σου κοντά Του, θά Τόν ἀντικρύζεις πρόσωπο πρός πρόσωπο καί θά ἀπολαμβάνεις τό μεγαλεῖο καί τήν δόξα Του.

Λόγοι δέν εἶναι ἱκανοί νά ἐκφράσουν αὐτή τήν πραγματικότητα τοῦ Μυστηρίου τῆς Ζωῆς καί τοῦ Μυστηρίου τοῦ Θανάτου. Ἡ σιωπή εἶναι πιό ἠχηρή, ὁ θαυμασμός μέγας καί ἀνεξήγητος, τό βίωμα ἰσχυρό καί ἀναντικατάστατο. 

Ὑπηρέτησες ἀφιλοκερδῶς καί ὅσον ἐλάχιστοι τήν Μητέρα Ἐκκλησία, τό Σεπτόν Οἰκουμενικόν μας Πατριαρχεῖον, τήν Ἐκκλησία τῆς Μεγαλονήσου Κρήτης στό σύνολό της, συγκεκριμένες Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου ἐκτός καί ἐντός τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, ἀλλά καί τήν τοπική Ἐκκλησία μας, τήν Ἱερά Μητρόπολή μας Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου καί τά Μοναστήρια μας, ἀνδρῶα καί γυναικεῖα, μέ αὐτοθυσία καί δυναμικότητα καί ἐπιμονή καί μέ πολλαπλές ἐπιτυχίες, μέ τεράστιες συνέπειες γιά τήν ζωή καί τούς θεσμούς τῆς Ἐκκλησίας μας.

Πανάξια σέ ἐτίμησε ἡ Μητέρα Ἐκκλησία τό Οἰκουμενικόν μας Πατριαρχεῖο καί ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, τοῦ ὁποίου χαίρεις τήν ἄκραν ἐκτίμηση καί ἀγάπη, καθώς γνωρίζω ἄμεσα ἀπό προσωπικές συζητήσεις, καί σέ κατέταξε στή χορεία τῶν Ὀφφικιαλλίων του, μέ τόν τίτλον Ἄρχων Νομοφύλαξ Τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἕφερες τόν τίτλον αὐτόν μέ χαράν, τιμήν καί ὑπερηφάνειαν καί τόν θεωροῦσες ὡς τό πλήρωμα τιμητικῶν διακρίσεων, πού θά μποροῦσες νά δεχθεῖς.

Καί ὡς μέλος τῆς χορείας τῶν Ἀρχόντων τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου ἐφράζω τήν λύπην καί τήν ὀδύνην μου γιά τήν ἀπώλειαν ἑνός καταξιωμένου καί πιστοῦ συνάρχοντος, τετιμημένου μέλους τῆς χορείας αὐτῆς. 

Δέν εἶναι καθῆκον τοῦ ὁμιλοῦντος νά περιγράψει καί νά ἀξιολογήσει τό πλουσιώτατον ἔργον σου καί τήν συμπαράστασή σου πρός τήν κοινωνία, πρός τήν Ἐκκλησία, πρός τόν συνάνθρωπο. Ἄλλοι ἁρμοδιώτεροι θά τό πράξουν.

Δέν μποροῦμε ὅμως νά μήν τονίσομε ὅτι ὑπῆρξες ὑψηλή προσωπικότητα κύρους μέ γνήσιο καί ἀκραιφνές φρόνημα βασισμένο πάνω σέ χριστιανικές καί ἀνθρωπιστικές ἀρχές μέ ἦθος καί εὐθύτητα λόγου καί ἐκτός ὀδόντων. Ἐνδιαφέρθηκες γιά τά κοινά τόσον σέ κοινωνικό καί πoλιτικόν ἐπίπεδο, ὅσον καί σέ ἐκκλησιαστικό καί μέ ἀδιάπτωτη ἑτοιμότητα ἀμέριστης καί ἀνιδιοτελοῦς βοηθείας καί συμπαραστάσεως, ὅπου καί σέ ὅποιον ἦταν ἀναγκαῖο καί πάντα χρήσιμο.

Γιά ὅλα σοῦ ἀξίζει ἕνα μεγάλο Εὐχαριστῶ!

Αὐτήν ὅμως τήν ἱερή στιγμή, τώρα, μέ σκυμένο τό κεφάλι μπροστά στό Μυστήριο καί μέ τήν ἀκλόνητη ἐλπίδα καί τήν πεποίθηση τῆς Ἀναστάσεως, κοινωνοῦμε καί συλλυπούμεθα, συμμετέχομε ἐνδόμυχα στόν πόνο καί τήν θλίψη τῆς οἰκογενείας σου, τῆς ἀγαπημένης σου συζύγου Σοφίας καί τῶν παιδιῶν σου, οἱ ὁποῖοι σέ συνόδευαν παντοῦ καί πάντοτε καί σοῦ συμπαραστεκόταν ἀκούραστα καί ἀδιάκοπα. Τέλος εὐχόμεθα καί προσευχόμεθα πρός τόν πανάγαθο Θεό γιά τόν ἐγκάρδιο φίλο καί ἀγαπητό ἀδελφό, τόν Ἄρχοντα Σπύρο.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη!

περισσότερα

ΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΟΦΦΙΚΙΑΛΙΟΙ ΤΗΣ Μ.τ.Χ.Ε. ΕΠΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΑΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ

ΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΟΦΦΙΚΙΑΛΙΟΙ ΤΗΣ Μ.τ.Χ.Ε. ΕΠΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΑΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ

Χρήστου Κ. Τσούβαλη

Ο όρος Οφφίκιο προέρχεται από τη λατινική λέξη officium και σημαίνει το αξίωμα ή υπούργημα ειδικού έργου. Στην Εκκλησία σήμαινε τα εκκλησιαστικά λειτουργήματα ή διακονήματα, που έπαιρναν διάφορα πρόσωπα της Εκκλησίας, με σκοπό να βοηθήσουν τον επίσκοπο στο έργο του. Από τους πρώτους χρόνους του Χριστιανισμού ο επίσκοπος ήταν υποχρεωμένος, μαζί με τα ποιμαντικά, λειτουργικά και διδακτικά καθήκοντα του, να έχει την ευθύνη της διαχείρισης των οικονομικών και της φιλανθρωπίας της επισκοπής του, αλλά και τη διευθέτηση τόσο των εκκλησιαστικών, όσο και των αστικών διαφορών των διαδίκων πιστών της επαρχίας του. Στην αρχή ο επίσκοπος είχε τους διακόνους και τους πρεσβύτερους, που δεν άργησαν να αποτελέσουν το συμβούλιο των οφφικιούχων εσωκατακοίλων και εξωκατακοίλων κληρικών της Επισκοπής. 
Τα Οφφίκια, λέγονταν και αξιώματα ή αρχοντίκια και εμφανίζονται τον 3ο αιώνα στη Ρώμη και από τον 8ο αιώνα στη Νέα Ρώμη, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη. Αυτοί που τα έφεραν, κληρικοί και λαΙκοί, ονομάζονταν οφφικιάλιοι, οφφικιούχοι, ή άρχοντες και αποτελούσαν ιδιαίτερη τάξη στην υπηρεσία της Εκκλησίας. 
Μετά το 1453 το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να ανταπεξέλθει στον αγώνα του, χρησιμοποίησε, πιο επιλεκτικά, το θεσμό των οφφικιαλίων. Διαχωρίσθηκαν σαφέστερα τα Οφφίκια των κληρικών, από εκείνα των λαϊκών. Πολλά των παλαιών Οφφικίων αναβαθμίσθηκαν και άλλα πάλι έπεσαν σε πλήρη αχρηστία. 
Ανυψώθηκε, το Οφφίκιο του Λογοθέτη, στην κορυφή των Οφφικίων. Ο Μέγας Λογοθέτης, ως υπουργός, ασκούσε καθήκοντα Καγκελάριου και ήταν ο σύνδεσμος μεταξύ του Πατριάρχη και του Σουλτάνου. Οι αρχιερείς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με επικεφαλής τον εκάστοτε Οικουμενικό Πατριάρχη τους, και οι κληρικοί και λαϊκοί οφφικιάλιοι της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ήταν στην πραγματικότητα η κυβέρνηση της Ρωμηοσύνης. 
Δυστυχώς, μετά τις πολιτικές μεταβολές του πρώτου τετάρτου του Κ΄ αιώνα, το πλήρωμα της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως στην Μικρά Ασία και στη Θράκη, μετακινήθηκε προς τα ελεύθερα ελληνικά εδάφη, την Ευρώπη, την Αμερική και την Αυστραλία. Αλλά και το άμεσο ποίμνιο της Αρχιεπισκοπής και των Επαρχιών του Θρόνου, που παρέμεινε μέσα στα όρια του τουρκικού κράτους, αποδεκατίσθηκε με τους διωγμούς του 1942, 1955, 1964 και εξής. Γι’ αυτό, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, για να αναπληρώσει τις απώλειες των συνεργατών της Εκκλησίας, αναζήτησε συμπαραστάτες σ’ όλους τους τόπους καταφυγής των τέκνων της Εκκλησίας και αύξησε τις απονομές των Οφφικίων. 
Επί κεφαλής των οφφικιαλίων, ήταν και είναι ο Μέγας Λογοθέτης. 
Τα υπόλοιπα 64 Οφφίκια ή αξιώματα, που έχουν απονεμηθεί, από τόν Οικουμενικόν Πατριάρχη Βαρθολομαίο, σε λαϊκούς, μέχρι 29.11.2017, είναι τα εξής:
1) Αγιογράφου, 2) Μέγα Ακτουάριου, 3) Ακτουάριου, 4) Αρχιτέκτονος, 5) Ασηκρήτου, 6) Μέγα Δεπουτάτου, 7) Δεπουτάτου, 8) Διδασκάλου του Αποστόλου, 9) Διδασκάλου του Γένους, 10) Διδασκάλου της Εκκλησίας, 11) Διδασκάλου του Ευαγγελίου, 12) Διδασκάλου του Ψαλτήρος, 13) Διερμηνέως, 14) Μέγα Δικαιοφύλακος, 15) Δικαιοφύλακος, 16) Δομεστίκου Α΄, 17) Δομεστίκου Β΄, 18) Μέγα Έκδικου, 19) Έκδικου, 20) Έξαρχου, 21) Εὐταξίου, 22) Μέγα Ιερομνήμονος, 23) Ιερομνήμονος, 24) Κανστρίνσιου, 25) Κουροπαλάτου, 26) Κυαίστορος, 27) Λαμπαδάριου, 28) Λαμπαδάριου της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, 29) Λαοσυνάκτου, 30) Μαῒστορος, 31) Μελῳδού, 32) Μουσικοδιδασκάλου, 33) Μουσικοδιδασκάλου του Οικουμενικού Θρόνου, 34) Μυρεψού, 35) Μέγα Νομοφύλακος, 36) Νομοφύλακος, 37) Νοτάριου, 38) Ορφανοτρόφου, 39) Οστιάριου, 40) Πραιπόσιτου, 41) Πριμικήριου, 42) Προστάτου των Γραμμάτων, 43) Προστάτου της Φύσεως, 44) Μέγα Πρωτέκδικου, 45) Πρωτέκδικου, 46) Πρωτομαΐστορος, 47) Μέγα Πρωτονοτάριου, 48) Πρωτονοτάριου, 49) Πρωτοψάλτου, 50) Πρωτοψάλτου της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, 51) Μέγα Ρεφερενδάριου, 52) Ρεφερενδάριου, 53) Μέγα Ρήτορος, 54) Ρήτορος, 55) Υμνωδού του Οικουμενικού Θρόνου, 56) Υμνωδού του Οικουμενικού Πατριαρχείου, 57) Υμνωδού, 58) Υπομιμνήσκοντος, 59) Μέγα Υπομνηματογράφου, 60) Υπομνηματογράφου, 61) Χαρτουλάριου, 62) Μέγα Χαρτοφύλακος, 63) Χαρτοφύλακος και 64) Χοράρχου. 
Η απονομή, του Οφφίκιου του Άρχοντος της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, δημιουργεί πνευματικό δεσμό συμβίωσης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και οφείλει, αυτός, που δέχεται το αξίωμα και την τιμή, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, να γίνει συμπαραστάτης στο έργο και την αποστολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Ακολουθούν δύο σημαντικοί κατάλογοι που συνέταξε ο Άρχων Χρήστος Τσούβαλης.

https://www.scribd.com/document/399326713/%CE%91%CE%9B%CE%A6%CE%91%CE%92%CE%97%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%A3-%CE%9A%CE%91%CE%A4%CE%91%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%9F%CE%A3-%CE%9F%CE%A6%CE%A6%CE%99%CE%9A%CE%99%CE%91%CE%9B%CE%99%CE%A9%CE%9D-%CE%95%CE%A0%CE%99-%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%A1%CE%99%CE%91%CE%A1%CE%A7%CE%99%CE%91%CE%A3-%CE%92%CE%91%CE%A1%CE%98%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%99%CE%9F%CE%A5#from_embed

https://www.scribd.com/document/399326965/%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%9F%CF%86%CF%86%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CF%89%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%AE%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CE%B5%CF%80%CE%AF-%CE%A0%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%92%CE%B1%CF%81%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%85#from_embed

περισσότερα

Ἡ μουσειοποίηση τῆς Βασιλικῆς τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ἀπὸ τὸν Μ. Κεμάλ

Ἡ μουσειοποίηση τῆς Βασιλικῆς τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ἀπὸ τὸν Μ. Κεμάλ
Του Αριστείδη Πανώτη 
Άρχοντος Μ. Ιερομνήμονος της Μ.τ.Χ.Ε. - Ιστορικού
 
Ἡ συλλογικὴ θρησκευτικὴ ταυτότητα τῆς πλειονότητας τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Τουρκίας παρ’ ὃτι ἦταν ἰσλαμικὴ ὁ Μουσταφᾶ Κεμάλ ἐνδιαφερόταν νὰ ὑπερβεῖ ὃ,τι θεωροῦσε πὼς ἐμπόδιζε τὴν πορεία τῆς χώρας του νὰ συμβαδίσει μὲ τὴν Δύση καὶ νὰ καταλάβει τὴ θέση ποὺ δικαιούταν ἡ νέα Τουρκία μεταξὺ τῶν πολιτισμένων λαῶν τῆς Εὐρώπης. Οἱ ἐπάλληλες μεταρρυθμίσεις ποὺ ἐπιβλήθηκαν μὲ τὶς «Διαρρυθμίσεις» ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους πρὸς τοὺς σουλτάνους δὲν ἀπέδωσαν, γιατὶ οἱ οὐλεμᾶδες ποὺ ἐπηρέαζαν τὴν σουλτανικὴ ἐξουσία κατευθύνονταν ἀπὸ τὸν ἱερὸ νόμο τῆς σεριάτ ποὺ δὲν ἐπιτρέπει προσαρμογὲς στὶς ἐξελίξεις τοῦ Δικαίου ποὺ ἀναγνωρίζει πλέον ἀνθρώπινα καὶ ἐθνικὰ δικαιώματα στοὺς λαούς. Μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ Χαλιφάτου στὶς 3 Μαρτίου 1924 καὶ τὴν ἀποπομπὴ τοῦ χαλίφη στὴν Ἑλλάδα ἀφαιρέθηκε ὁ θεοκρατικὸς χαρακτῆρας τοῦ τουρκικοῦ κράτους. Τότε ὁ ἐκφραστὴς τῆς ἐθνικιστικῆς ἰδεολογίας Μουσταφᾶ Κεμάλ, ἀφοῦ εἶχε ξεκληρήσει τοὺς χριστιανοὺς τῆς ἐπικράτειάς του ὡς ἀκατάλληλα στοιχεῖα πρὸς ἐκτουρκισμὸ ὑποβάθμισε καὶ τὸν ρόλο τοῦ Ἰσλάμ στὴ χώρα του καὶ προσπάθησε νὰ τὸ περιορίσει στὴν ἰδιωτικὴ ζωή τῶν Τούρκων. Ὃταν μάλιστα καταστάθηκε ἀπόλυτος κυρίαρχος τῆς ἐξουσίας ἦταν ἐπικριτικὸς καὶ αὐτῶν τῶν ἂρθρων 2 καὶ 26 τοῦ τουρκικοῦ Συντάγματος «περὶ θρησκείας» καὶ ἀφοῦ σταδιακὰ ἐνσωμάτωσε τοὺς οὐλεμᾶδες τῶν πόλεων στὶς κρατικὲς δομὲς, γιὰ νὰ ἐλέγχονται ἀπόλυτα ἀπὸ τήν «δεσποτεία» του, ἂρχισε τὴν καταδάφιση τῶν δεσμῶν μὲ τὸ παρελθόν γιατὶ πίστευε στὸν καθοδηγητικὸ ρόλο τῆς ἐξουσίας γιὰ τὴν ἀποδέσμευση τῆς ἰσλαμικῆς τροχοπέδης πρὸς ἐκσυγχρονισμὸ τοῦ κρατικοῦ θεσμοῦ. Στόχοι του ἦταν νὰ τεθοῦν οἱ βάσεις: α) Πολιτικῆς ἑνότητας, β) Γλωσσικῆς ἑνότητας, γ) Εδαφικῆς ενότητας, δ) Φυλετικῆς ἑνότητας, ε) Ἱστορικῆς ἑνότητας καὶ τέλος στ) Κοινῆς ἠθικῆς ἑνότητας ὃλων μέσα ἀπὸ τὸν «κεμαλικὸ ἐθνικισμό», ποὺ ἒγινε ἡ μοναδικὴ ἐπιτρεπτὴ ἰδεολογία τοῦ κράτους. Ὃλα αὐτὰ τέθηκαν κάτω ἀπὸ τὴ σκεπὴ μιᾶς νέας «Μεγάλης Ἰδέας», τοῦ «κεμαλικοῦ τουρκισμοῦ», γιὰ νὰ πετὐχει τὴν ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία καὶ νὰ ματαιώσει τὸν ἐγκλωβισμὸ τῶν Τούρκων στὴν Ἀνατολία προκειμένου ἡ χώρα τους νὰ ἐνταχθεῖ στὰ ἀναπτυγμένα ἒθνη. 
Ὁ Κεμάλ, μέ τὸ ἐπιτακτικὸ του ὓφος τῆς ἰδιοφυΐας του ξεκίνησε τολμηρές παρεμβάσεις γιὰ νὰ ὀργανώσει τὴ νέα Τουρκία. Ἐγνώριζε ἀπὸ τὰ γεγονότα τῶν τελευταίων δεκαετιῶν πὼς τὸ ἐθνικὸ καὶ θρησκευτικὸ κίνητρο Ἑλλήνων, Βουλγάρων καὶ Ρώσων ἦταν ἡ λύτρωση τῆς Κων/πόλεως ἀπὸ τοὺς ἐτερόθρησκους λαοὺς τῆς Ἀνατολίας καὶ ὃτι τὸ κάλλιστο οἰκοδόμημα τῆς Ὀρθοδοξίας ἦταν ἡ Ἰουστινιάνεια τρουλλαία βασιλικὴ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Αὐτὴ ὑπῆρξε στὴν ὑπέρχιλιετία τῆς χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας τὸ κέντρο τῆς πανορθόδοξης πολιτιστικῆς ταυτότητας τῶν Ὀρθοδόξων καὶ γύρω του ὑφάνθηκε ἡ οἰκουμενικὴ συνείδηση τῆς Ρωμιοσύνης καὶ ὃτι ὁ εὐαγγελισμός τῶν λαῶν τῆς Βαλκανικῆς καὶ τοῦ Βορρᾶ συνἐπιπτε με τὸν «ἀπολυτρωτισμὸ» της Βασιλεύουσας καὶ τὸ ζωντανό διαχρονικὸ σύμβολο αὐτῆς τῆς προθέσεως ἦταν καὶ εἶναι ὁ ναὸς τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ. Τὰ συμβάντα κατὰ τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς τῆς Κων/πόλεως ἀπὸ τοὺς Συμμάχους γιὰ τὴ μελλοντικὴ τύχη αὐτοῦ τοῦ μνημείου, οδήγησαν τον Κεμάλ νὰ καταλάβει ὃτι ἡ διεκδίκηση τῆς βασιλικῆς προἐρχεται ὂχι μόνον ἀπὸ τοὺς Ὂρθοδόξους ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἓδρα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ μἐγιστο μέρος τῆς Χριστιανοσύνης. Τότε ἡ Ρώμη παρενέβη μήπως τελικὰ ὁ ναὸς περιέλθη στὸν τσάρο κατὰ τὶς συμφωνίες τοῦ Λονδίνου τοῦ 1914, ἀφοῦ γιὰ νά συμμετέχει ἡ Ρωσία στὴν Δυτικὴ Συμμαχία τῆς Ἀντάντ καὶ ἒναντι τῆς προσφορᾶς της ἡ αντιπροσφορὰ ἦταν ἡ Θράκη καὶ ἡ Κων/πολη, κάτι ποὺ δυσαρέστησε τὸν Ἑλληνα Ἂνακτα μέχρι διχασμοῦ του μὲ τὸν Πρωθυπουργὸ Βενιζέλο. 
Ἒτσι ἡ κυβέρνηση τῆς Ἂγκυρας ἀποφασἰζει νὰ ἀπαλλοτριώσει τὰ γύρω πρόσθετα ξύλινα κτίσματα γιὰ νὰ διενεργηθοῦν ἐκεῖ ἀνασκαφές και νὰ ἐνοποιηθεῖ τὸ ἱστορικὸ κέντρο ποὺ κάποτε ὑπῆρξε ἡ καρδιὰ τῆς αὐτοκρατορίας τους. Μὲ τὸ κύρος τοῦ ἐθνικοῦ Γαζῆ, ὁ ἲδιος ὀ Κεμάλ ἀνέλαβε νὰ ἐγκαινιάσει τὴν ἒναρξη τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν στὴν περιοχὴ καὶ ἒφθασε ἀπὸ τὴν Ἂγκυρα γιὰ κάποιο ἐπετειακὸ ἑορτασμὸ στὴν Κων/πολη τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1926. Εἰδοποιεῖ τὸν διευθυντὴ τοῦ ἀρχαιολογικοῦ μουσείου τῆς Πόλεως Ἀζίζ Ὀγκάν καὶ τὸν βαλὴ- Χαϊδὰρ μπέη ὃτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν «Ayasófya», ὃπως ἀποκαλοῦσαν οἱ Ὀθωμανοἰ τὸ ἱερὸ καθίδρυμα τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Τὴν ἐπομένη ἡμέρα συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν ὐπασπιστἠ του φθάνει ἒξω ἀπὸ τὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας. Ἐκεῖ τὸν περίμενε ὁ Ὀγκάν ἀνέλαβε νὰ τὸν ξεναγήσει καὶ ἀναφέρθηκε στὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τοῦ ναοῦ ποὺ ἒγινε τέμενος τὀ 1453 καὶ ἐπισήμανε πὼς ἡ «Ἂϊ Σόφια» ἒγινε πηγὴ ἐμπνεύσεως τῆς γνωστῆς ἀρχιτεκτονικῆς Σχολῆς τῆς σουλτανικῆς περιόδου μέχρι τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα. Ὁ σουλτάνος Ἀβδούλ Μετζίτ ἀνέθεσε τὴν ἐπισκευή του τὸ 1847-49 στοὺς Ἐλβετοὺς ἀρχιτέκτονες Γκάσπαρ καὶ Ἰωσήφ Φασσάτι, ποὺ εἶχαν φθάσει στὴν Πόλη τὸ 1841 γιὰ νὰ οἰκοδομήσουν τὸ νέο κτίσμα στὸν καέντα ναὸ Πέτρου καὶ Παύλου τῶν Καθολικῶν. Ὃταν οἱ δύο ἀδελφοὶ κλήθηκαν ἀνέλαβαν νὰ μελετήσουν τὴν εὐστάθεια τοῦ κτίσματος καὶ τὰ συμπεράσματά τους ἦταν ἀπογοητευτικὰ καὶ ο σουλτᾶνος ἀποφάσισε τήν ἐπείγουσα στήριξη τοῦ μνημείου καὶ τὴν ἀνακαίνισή του. Κατὰ τὶς γενόμενες τότε ἐργασίες τους διαπιστώθησε ὅτι κάτω ἀπὸ τοὺς ἀσβεστομένους τοίχους μὲ κάποιο μεῖγμα γύψου καλύπτονταν ψηφιδωτὰ μερικά τῶν ὁποίων ἀποτελοῦσαν ἒργα μεγάλης ἱστορικῆς καὶ αἰσθητικῆς ἀξίας. Οἱ ἐργασίες ποὺ τότε ἒκαναν ἦταν τόσο καλές ποὺ ὃταν συνέβη ὁ μεγάλος σεισμὸς τὸ 1894 ὑπέστη ὁ ναὸς ἐλάχιστες ζημιές, ἐνῶ μεγάλο μέρος τῆς Κλειστῆς Ἀγορᾶς καὶ πολλὰ τεμένη κατέρρευσαν μὲ πολλὰ θύματα. Βέβαια τὸ μεγαλεῖο τοῦ μνημείου τὸ ζημίωναν οἱ ἐξωτερικὲς ὑποστυλώσεις καὶ τὰ γύρω του πρόσθετα σουλτανικὰ μαυσωλεῖα, καθώς καὶ οἱ δεκαπέντε αἰῶνες τῆς ἱστορίας του ποὺ ὃλα τὰ πρόσεξε ὁ Κεμάλ. 
Ὃταν προχώρησαν στὸ νάρθηκα καὶ ἒφθασαν στὸ κατώφλι τῆς βασιλικῆς πύλες της ὁ Κεμάλ ἐντυπωσιάστηκε ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τοῦ χώρου καῖ ὁ Ὀγκάν τοῦ εἶπε πὼς οἱ Μικρασιᾶτες ἀρχιτέκτονες συνδύασαν τὸ περίκεντρο καὶ τὸ κατά μῆκος κτίσμα ὑπὸ ἓνα αἰωρούμενο νευρώδη τροῦλλο μὲ τὰ 40 παράθυρα ποὺ ἐπικρέμαται φωταγωγούμενος ἀπὸ ὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ «ἀναγελᾶ ἀεὶ ἡ ἠμέρα»» κατὰ τὸν ἱστορικὸ Προκόπιο. Αὐτὸς ὁ τροῦλλος ὑπενθύμιζε τὸν «θόλο» τοῦ σύμπαντος καὶ κάλυπτε τὸν χῶρο τῶν προσευχόμενων ποῦ πρέπει ἀριθμοῦσαν 14.000 πιστούς. Ἀλλὰ καὶ οἱ διάτρητες ἐπιφάνειες τῶν μαρμαρώσεων τῶν τοίχων θύμιζαν τὰ παραπετάσματα τῶν βήλων ποὺ κρέμονταν καὶ κάλυπταν τὸ δάσος τῶν κιονοστοιχιῶν! Τοῦ ἒδειξε καὶ τὰ ὑπερῶα μὲ τὰ ψηφιδωτὰ ποὺ ἦταν ἐν μέρει γνωστὰ σὲ παλαιοὺς περιηγητὲς ἀπὸ τὸ 1738 καὶ τώρα ἂρχισαν νὰ ἐμφανίζονται μόνα τους καὶ πάλι ἀφοῦ ἒπεφταν τὰ πρόσθετα ἀσβεστοκονιάματα ἀπὸ τὸν γύψο! Ἡ ἐντύπωση ὅλων αὐτῶν ἦταν συγκλονιστική γιὰ τὸν Κεμάλ. Σκεπτόταν πὼς ἦταν εὐλογη ἡ γοητεία ποὺ ἀσκοῦσε στοὺς πολιτισμένους λαοὺς ἡ Ἁγία Σοφία καὶ ἒπρεπε αὐτὸ νὰ συντελέσει στὴν ἀναθεώρηση τῶν ἀντιλήψεων τῆς διεθνοῦς κοινῆς γμώμης γιὰ τὴν Τουρκία. Ἐξ αὐτοῦ ἡ ἀξιοποίηση αὐτὴ τοῦ μνημείου ἐπέβαλε τὴν ἀρχαιολογικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ ἒρευνά του γιὰ τὴν ἀνάδειξη τοῦ μνημείου ποὺ θαυμάζει ὃλη ἡ ἀνθρωπότητα! 
Γιὰ νὰ περιέλθει πλήρως τὸ κτίσμα στὴν ἁρμοδιότητα τῆς άρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ ἀρχίσουν σ' αὐτὸ μελέτες καὶ οἱ ἐργασίες μὲ ἐντολὴ τοῦ Κεμάλ, εὐθὺς ἀμέσως παραδόθηκαν τὰ κλειδιὰ τοῦ τεμένους στὸν Ἀζίζ Ὀγκάν, ὁ ὁποῖος μὲ σειρὰ μυστικῶν ἐνέργειῶν ἀπέσπασε τὴν «Ἂϊ Σόφια» ἀπὸ τὸ κτηματολόγιο τῶν «ἐβκαφίων», τὰ Βακούφια καὶ τὸ ἐνέταξε σὲ ἐκεῖνο τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀνέθεσε τὴ φύλαξή του σὲ ὑπαλλήλους τῆς ὑπηρεσίας του. Τὸ τέμενος ποὺ διεξαγόταν ἐκεῖ ἡ ἰσλαμικὴ λατρεία ἀπὸ τὸ 1453 ἒπαυσε προοδευτικὰ νὰ χρησιμοποιεῖται. Ἡ ἐντολή του Κεμάλ ἦταν τότε νόμος καὶ κανεὶς δὲν τόλμησε ἀπὸ τοὺς μουσουλμάνους νὰ ἀμφισβητήσει τὴν ὠφελιμότητα της πρωτοβουλίας του γιὰ τὴ νέα Τουρκία. Ἡ φωνὴ τοῦ μουεζίνη δὲν ἀκούστηκε μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό γιατὶ τὸ αἲτημα γιὰ «ναμάζι» στὸ χῶρο του πάντα ἀναμειγνυόταν μὲ τὸν ἀντικεμαλισμὸ ἠ καὶ μὲ τὸν φονταμενταλισμὸ καὶ ἀπορριπτόταν δεδομένου ὃτι γιὰ τοὺς ἐπιθυμοῦντες νὰ προσευχηθοῦν μουσουλμάνους ὑπάρχει πλησίον τὸ τέμενος Σουλτάν Ἀχμέτ. Ὁ διευθυντὴς τοῦ ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου Ὀγκάν ἀπήλλαξε τὶς μοναδικὲς ὀρθομαρμαρώσεις τῶν πλευρῶν τοῦ κεντρικοῦ κλίτους ἀπὸ τοὺς πέντε πελώριους δίσκους μὲ ἐπιγραφὲς τῶν ἰερῶν προσώπων τοῦ Ἰσλάμ ποὺ ἒγιναν τ[ο 18ον αιὠνα ἀπὸ τὸν καλλιγράφο Τεκνετζὶ ζαντὲ Ἰμπραήλ καὶ παραχώρησε τὰ χαλιὰ καὶ τὰ κινητὰ ἒπιπλα σὲ ἂλλα γύρω τεμένη. Τότε ἂρχισαν οἱ μελέτες γιὰ τὴν κατάσταση τοῦ μνημείου καὶ οἱ ἒρευνες ποὺ ἐπεκτάθηκαν καὶ στὴν περιοχὴ τοῦ Μιλλίου καὶ τοῦ Ἰπποδρόμου γιὰ νὰ ἐπισημανθεῖ ἡ ὃλη Ἱστορία τῆς περιοχῆς. 
Τότε ἀναζητήθηκαν καὶ οἰ καλύτεροι μελετητὲς τῶν ψηφιδωτῶν ποὺ θὰ ἀνελάμβαναν τὴν ἒρευνα στὸ ναὸ καὶ τὴ συντήρηση καὶ ἀποκάλυψή τους. Τὸ 1930 τὸ ἒργο αὐτὸ τὸ ἀνέλαβε τὸ Ἀμερικανικὸ Tεχνολογικὸ Ἰνστιτοῦτο Βυζαντινολογίας τοῦ Princeton μὲ διευθυντὴ τὸν Θωμᾶ Οὐϊτμωρ (†1950). Καὶ οἱ δύο Ἰταλοὶ ψηφιδογράφοι Γκρεγκορίνη καὶ Μπενβενούτη προσέλαβαν ὠς ἐργᾶτες καὶ Ρωμιοὐς καὶ ἐργάστηκαν στὴν ἀποκάλυψη τῶν ἐντοίχιων ψηφιδωτῶν τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1932 ἀπὸ τὸν ἐσωνάρθηκα καὶ προχώρησε στὸ ναὸ καὶ στὰ ὑπερώα ποὺ συνεδρίαζε ἠ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κωνπόλεως. Ἂς σημειωθεῖ ὃτι ἂπὸ ἐκεῖ εἰσέρχονταν στὸ παρακείμενο Πατριαρχεῖο με τὰ δύο τρίκλινα καὶ τὰ πολλὰ σεκρέτα καὶ τὴν Βιβλιοθήκη τῶν Πατριαρχείων ὃπου καὶ ἡ πατριαρχικὴ κατοικία ὃπου σήμερα μόνον ἡ ἀρχὴ τοῦ διαδρόμου ἒχει διασωθεῖ μὲ τοιχογραφίες Πατριαρχῶν καὶ παραμένει κλειστή. Τὰ καθαρισθέντα ψηφιδωτὰ ἀπὸ τὴν τελευταία κάλυψή τους τὸ 1786 εἶναι ὃλα τῆς Μεταεικονομαχικῆς περιόδου, γιατὶ τὰ Ἰουστινιάνεια ποὺ ἱστορήθηκαν κατὰ τὴν οἰκοδόμηση τοῦ ναοῦ καταστράφηκαν ἢ ἀποσβέστηκαν κατὰ τὴν Εἰκονομαχία καὶ εἶχαν ἀντικατασταθεῖ μὲ γυμνοὺς Σταυροὺς στὸ χρυσό φόντο! Ἡ ποιότητα τῶν ἀρχικῶν ψηφιδωτῶν ἦταν ἰσάξιας τέχνης μὲ τὰ ψηφιδωτὰ τῆς Ραβέννας τῆς ἲδιας προελεύσεως καὶ περιόδου. Τὰ ἀποτελέσματα ἐθεωρήθηκαν σπουδαία γιὰ τὴν ἱστορικὴ καὶ ὑψηλὴ ποιότητα τῆς τέχνης τους καὶ εὐθὺς ἀπέκτησαν παγκόσμιο ἐπιστημονικὸ ἐνδιαφέρο! Μόλις τελείωσε αὐτὸς ὁ κύκλος τῶν ἐργασιῶν τὸ ὑπουργικὸ συμβούλιο τῆς Ἂγκυρας στὶς 24 Ὀκτωβρίου 1934 συζήτησε τὸ ζήτημα καὶ μὲ ἐντολὴ τοῦ Κεμάλ ἐξέδωσαν Διάταγμα στὶς 4 Νοεμβρίου 1934, Ὑπ'ἀρίθμ 24/1589. μὲ τὸ ὁποῖο μετατρέπεται στὸ μέλλον ἡ «Ayasófya», σὲ μουσεῖο. Ἀπὸ τὴν 1η Φεβρουαρίου 1934 ἀνοίγουν οἱ πύλες της γιὰ τὸ κοινό καὶ τότε τὸ ἐπισκέπτεται ἐπίσημα ὁ Μουσταφᾶ Κεμάλ ὡς πρόεδρος τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας καὶ θαυμάζει τὸ ἀναδειχθὲν μὲ τὴν πρωτοβουλία του μεγαλεῖο τοῦ μνημείου. 
Α.Π. 
* Πλήρης ἓλληνικὴ καὶ διεθνὴς βιβλιογραφία μέχρι τὸ 1983 περὶ τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ τῶν ψηφιδωτῶν της βλ. στὸ ἐπανεκδοθὲν ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Β. Γρηγοριάδη καὶ τὸ «Συμπλήρωμα» τῶν τριῶν τόμων καὶ Στέφ. Παπαδόπουλου, Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴν Πόλη, Ἀθῆναι 1978 , σσ. 117-124, 191-193
 
περισσότερα

ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΠΕΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΠΕΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
 
Θα ξεκινήσω όχι με μια διαπίστωση αλλά με μια ερώτηση: ένας που ευλογεί ρωσικό ασκέρι είναι ανώτερος και πιο αθώος από κάποιον που ευλογεί τουρκικό; Αν είναι έτσι τότε επιβεβαιώνεται στην τραγικότερη της μορφή η υποκρισία και η διαστρέβλωση της αληθινής διάστασης των πραγμάτων! Διότι αν στη μια περίπτωση η ευλογία ήταν μια - ας πούμε - αναγκαία συνθήκη, στην άλλη ήταν φιλοσοφία ζωής και ιμπεριαλισμού! 
 
Το Αφρίν δεν έχει καμία σχέση ούτε με τη Συρία ούτε με την Ουκρανία. Και καλό θα ήταν να μην τα μπερδέψει εδώ κανείς με αγώνες υπέρ βωμών και εστιών. 
Μπορείτε να δείτε τα σχετική αρθρογραφία μας εδώ και τρία χρόνια στην Ιδιωτική μας Οδό: 
 
Ποιος επέβαλε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο την ανάμειξη στο Ουκρανικό; Οι πολιτικές δυνάμεις; Μέγα λάθος! Ψέμα! Συκοφαντία! Το επέβαλε η μέριμνα που έπρεπε να είχε επιδείξει πολύ νωρίτερα στο εκκλησιαστικό αυτό πρόβλημα. Αν και ο διάλογος για το Ουκρανικό υφίσταται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990! 
 
Έσφαλε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο ότι καθυστέρησε να προβεί στις δέουσες ενέργειες που έχουν να κάνουν με την αυτοσυνειδησία του ως Πρωτοθρόνου Εκκλησίας, από τα σπλάχνα της οποίας προέκυψαν τόσες άλλες! Το λάθος του ήταν τα πολλά αυτοκέφαλα – αρχής γενομένης από την Ρωσία και την Ελλάδα - το ότι το πάτησαν στην ανάγκη, στο φιλότιμο, στις περιστάσεις και το εξώθησαν στο να παραβεί την πενταρχία! Έπρεπε να μέναμε στην πενταρχία και όλες οι υπόλοιπες τοπικές εκκλησίες αυτόνομες υπό τον Κωνσταντινουπόλεως! Όχι όπως τώρα που όλοι, άλλοι με δυό χιλιάδες χρόνια πορείας και άλλοι με μερικές εκατοντάδες και διδαχθέντες από τους πρώτους να συναιρούν λόγο ως ίσοι προς ίσους. Και το χειρότερο: Να λένε οι ευεργετημένοι τους ευεργέτες «σχισματικούς»! 
 
Γίνεται λόγος για «εθνοφυλετισμό». Ξέρετε τι είναι εθνοφυλετισμός; Να βγάζεις διάγγελμα «εκκλησιαστικό» και να λες: οι όπου γης ρώσοι π.χ. δεν θα κοινωνούν εκεί που βρίσκονται διότι είμαστε σε διάσταση με την Κωνσταντινούπολη. Ή να φέρεται ότι υπάρχει η γνώμη: μην εξομολογείστε οι όπου γης σε κληρικό με μη ρωσικό διαβατήριο! 
Ακούστε τώρα: Στην Περθ της Δυτικής Αυστραλίας, η μικρή ρωσική παροικία εξυπηρετείτο μερικές φορές από κληρικό της Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας, ο οποίος έκανε την Θ. Λειτουργία στα αγγλικά. Ακυρώθηκε η προγραμματισμένη για τις 18 Νοεμβρίου πρόσκληση του ιερέα, λόγω της «ακοινωνησίας» του Μόσχας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο! 
Αυτό είναι εθνοφυλετισμός. Να θεωρείς ότι οι όπου γης ρώσοι ανήκουν στην Εκκλησία της Ρωσίας, οι όπου γης Σέρβοι στην Εκκλησία Σερβίας και ούτω καθεξής, αγνοώντας ότι σε κάθε τόπο ένας επίσκοπος υπάρχει για όλους τους ορθόδοξους ανεξαιρέτως. Όχι για τους Έλληνες άλλος, τους Μολδαβούς άλλος κτλ. 
 
Πώς πήρε το αυτοκέφαλο και την Πατριαρχική αξία η Μόσχα; Μήπως πολύ χειρότερα από τις μέχρι τώρα διασπασμένες παρατάξεις των Ουκρανών; Αυτοί δεν κράτησαν όμηρο κανένα Πατριάρχη...
Μιλάμε για πολιτικές παραμέτρους στις ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριάρχου Βαρθολομαίου και παραπλανούμε την κοινή γνώμη με ασύστολα ψεύδη! Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κινείται μόνο με εκκλησιολογικά κριτήρια. 
Το κακό είναι, όπως προείπαμε, ότι ανέχεται για καιρό καταστάσεις και νομίζουν οι σφάλλοντες και αδικούντες ότι δικαιώθηκαν επειδή εκείνο σιωπά και υπομένει! Όμως, αν ένας μου πατά το πόδι και από χ ψ λόγους σιωπώ δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει κάποτε να διαμαρτυρηθώ ή ότι εκείνος πράττει καλά! Οι πολιτικές αναλύσεις και τα πασαλείμματα σοκολάτας ας μείνουν σε όσους αρέσκονται να ασχολούνται με τη λάσπη και ο, τι άλλο. 
 
Η αλήθεια είναι ότι την ώρα που ανέβαινε ο Πατριάρχης στο αεροπλάνο για την Ουκρανία το 2008 οι εφημερίδες έγραφαν ότι υπήρξαν πιέσεις προς τον πρόεδρο της χώρας όπου εδρεύει σήμερα το Πατριαρχείο να σταματήσει τον Πατριάρχη και εκείνος προς τιμήν του δεν το έπραξε. Αντίθετα το ελληνικό κράτος δια στόματος του πρέσβη του είχε τολμήσει να το κάνει και έλαβε την προσήκουσα απάντηση. Μάλιστα στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ γράφτηκε (29-7-2008) ότι «η απόφαση του Παναγιώτατου να πάει στο Κίεβο προκάλεσε αρνητικά αισθήματα τόσο στο υπουργείο Εξωτερικών όσο και στο Μέγαρο Μαξίμου. Και αυτό γιατί η Αθήνα- δεδομένου του ενεργειακού φλερτ με τους Ρώσους- δεν ήθελε να χαλάσει η σχέση με τη Μόσχα». 
 
Όμως το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιτελεί εκκλησιαστικό ρόλο. Αν μελετήσει κανείς την ιστορία των τριών τελευταίων αιώνων, όλα τα Πατριαρχικά Γράμματα αρχίζουν με την ευθύνη της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας να αναλαμβάνει υπερόριες ενέργειες για χάριν του συμφέροντος της καθόλου Εκκλησίας. Αλλά και τα προς αυτό γράμματα το ίδιο αίτημα έχουν. Και τα ρωσικά κυρίως! 
Όσο για το τι είναι ο Πατριάρχης, παραπέμπονται οι τυχόν κακόβουλοι επικριτές του στη δήλωση που είχε κάνει δημοσίως στη Σμύρνη μπροστά σε όλες τις τοπικές αρχές στο επίσημο τραπέζι του Δήμου της περιοχής προς τιμήν του. Αυτή η απάντηση ας είναι ο αιώνιος κόλαφος των συκοφαντών αυτού του Πατριάρχου μας, ο οποίος επί 27 χρόνια εκδαπανά τον εαυτό του στη διακονία της Εκκλησίας με κόπους και θυσίες ανείπωτες. 
 
Σήμερα που συμπληρώνονται 27 χρόνια από την εκλογή Του (22-10-1991), σκέπτομαι πόσες άδικες επιθέσεις και συκοφαντίες έχει δεχθεί ο Πατριάρχης του Γένους στα χρόνια μας, όπου η Αλήθεια είναι τόσο ακριβή αλλά το ψέμα αγοράζεται περισσότερο… 
 
Παναγιώτατε, 
 
Ζήθι, έντεινε και κατευοδού και βασίλευε, ένεκεν αληθείας και πραότητος και δικαιοσύνης.
 
περισσότερα

Theological Philosophy: Rethinking the Rationality of Christian Faith

Theological Philosophy: Rethinking the Rationality of Christian Faith

Apologetics, the discipline that defends the reasonableness of faith against its critics, has been an important and fascinating part of Christian thought. Indeed, some of the earliest Christian thinkers—Justin Martyr and Tertullian, for instance—were apologists. Throughout the centuries, theologians and philosophers have provided various arguments for the rationality of faith. But after Kant’s devastating critiques of traditional arguments for God’s existence and in light of the post-modern suspicion of truth claims, apologetics as discipline seems no longer possible or desirable. It is thus refreshing to see a book entitled Theological Philosophy: Rethinking the Rationality of Christian Faith, in which the author, Lydia Schumacher, claims to take a novel approach to apologetics. As part of the Transcending Boundaries in Philosophy and Theology series, which seeks to explore “new opportunities in the dialogue between philosophy and theology that go beyond … traditional ‘faith and reason’ debates,” Schumacher’s book contends that Christian faith is by nature rational as it provides “a rational for rationality.” The argument of this book, however, builds on the thesis of her previous book Rationality as Virtue: Towards a Theological Philosophy (Ashgate 2015), in which she argues that rationality is ultimately about ethics—knowledge is used to maximize the flourishing of humanity. Reason thus defined is not inimical to but presupposes faith. It is therefore possible to develop a “pro-theology philosophy.” The present book fleshes out such a philosophy by demonstrating that Christian faith promotes human commitment to the highest good and hence is intrinsically rational.

The book begins by laying out the foundation for a theological philosophy that aims to foster the maximization of human flourishing. Drawing from Aquinas, the author suggests that, to realize human potential, we need four cardinal virtues, namely prudence, justice, fortitude, and temperance. Since self-realization presupposes an accurate self-assessment, prudence is needed to avoid hubris and false humility that prevent us from actualizing our potential. The second virtue is justice, which is essentially prudence in the context of interpersonal relations. Justice requires that persons and parties receive assistance “equal to their capabilities and needs.” The last two virtues, fortitude and temperance, regulate our passions so that we can operate with prudence and justice.

Having outlined the conditions for pursuing the highest good, Schumacher proceeds to demonstrate how belief in the Christian God, who is transcendent, triune, and incarnate, provides a rationale for that pursuit. As I will expound later, this is both the most interesting and most controversial part of the book. In any case, Schumacher contends that because human beings tend to ascribe absolute significance to finite goods, it is necessary to affirm the reality of a good that is beyond all limited goods and utterly irreducible to them. This good is secured by the existence of a transcendent God, who is simple, eternal, and perfect. However, to have clear knowledge of the transcendent God, we must rely on his self-communication and this self-communication is possible only through his Triune nature, which was most explicitly revealed to us by the incarnate Son, who empowers us to become fully human and orient our lives toward the highest good. Together, the doctrines of transcendence, the Trinity, and the incarnation provide the fundamental basis for pursuing the highest good or rationality, which is nothing but “participation in the life of the Triune God.”

The next section discusses how the other key doctrines – creation, sin, redemption, and church – elucidate and facilitate our participation in God. While the doctrine of creation establishes the nature of participation in God, the doctrine of sin explains the reason why participation is impeded. Subsequently, the doctrine of redemption describes the way in which God reopens the possibility of participation, while the doctrine of the church discusses the restored human life at individual and communal levels. These four doctrines thus constitute what the author calls “Christian Creedal Reasoning” for theological philosophy.

While the above discussions operate on the doctrinal level, the book now returns to the ethical aspect. Schumacher tells how within the framework of Christian doctrine the theological virtues of faith, hope, and love enable us to pursue the highest good. Because sin at its core is a deviation from God, faith re-orients our lives toward God and is thus the starting point of our participation in God. Then by living in hope, humans are actually moved gradually toward God as the highest object of desire. Finally, love is “the sign that faith has been made effective by hope” and hence the evidence of a transformed life pursuing the highest good. The book then elaborates on the nature of love in terms of the four moral virtues of prudence, justice, fortitude, and temperance, as outlined earlier. Here, the book goes back to its starting point, demonstrating how Christian love, as a consequence of Christian faith, maximizes the virtues that are foundational for realizing the highest human good. In fact, prudence, justice, fortitude and temperance become respectively the personal, interpersonal, instructive, and persuasive powers of love. Ultimately, love is the optimal site for the human pursuit of the highest good, in which rationality consists. In this sense, as the author points out, “the ultimate ‘proof’ for the rationality of faith consists in the life of Christian love.”

Schumacher’s book is an inspiring new addition to contemporary literature in apologetics and the philosophy of religion. Unlike many traditional arguments for the rationality of faith that focus on epistemology, Schumacher’s ethical approach is certainly refreshing and stimulating. She rightly reminds us that the reasonableness of Christian faith does not rest on arid intellectual debates but on Christian life. After all, faith is not simply a cerebral issue but a commitment to a certain way of living. In this respect, the book stands in continuity with Stanley Hauerwas’ line of argument that the proof of faith ultimately derives from the life of the Church. Yet, through a sophisticated redefinition of rationality, Schumacher is able to rest this contention on a more solid philosophical foundation, which I believe is the main contribution of this book. As a volume in the Transcending Boundaries in Philosophy and Theology series, Theological Philosophy is largely successful in achieving the goal of breaking down modern barriers between the two subjects, although a clear distinction exists between them in Aquinas’s thought, from which Schumacher draws heavily. She admits from the outset, however, that she would adapt – rather than simply follow – Thomas.

Reading through this book, one cannot help but wonder who the target audience would be and how much the validity of its argument depends on the background of its audience. For Christians who share the presuppositions of the author, the book is indeed convincing, as it provides helpful intellectual tools for affirming the rationality of their faith. Indeed, many apologetic works are more for believers than for non-believers. But apologetics must also serve non-believers. My impression is that the book is less persuasive for them. While it claims to be a philosophical work, some parts of the book – especially chapter 4, “Creation and Fall,” and chapter 5, “Redemption and Church” – read like a systematic theology handbook. In seeking to overcome the barrier between philosophy and theology, the book may have gone too far by blurring the distinction between the two disciplines, and since the author does not provide a clear definition of either term, it is sometimes unclear what she means by “theology” or “philosophy.” Yet if no distinction exists between the two terms, why call the book “Theological Philosophy”? Failing to clarify the relation between philosophy and theology also leads to another difficulty. In chapter 3, “Necessary Conditions for Theological Philosophy,” Schumacher argues that to promote commitment to the highest good it is essential that there is a transcendent, Triune and incarnate God who communicates himself and can be comprehended by humanity. Such an argument seems to suggest that the theological doctrines of transcendence, the Trinity and the incarnation are not truly revealed mysteries beyond reason but more or less logical necessities. This reminds us of Anselm’s effort to prove the necessity of the incarnation, which was explicitly rejected by Thomas. For in such cases, theology is reduced to philosophy and mystery to knowledge. For these reasons, Schumacher may still need to maintain a distinction between philosophy and theology.

Overall, this is an impressive, creative, and highly original piece of theological work. It makes an important contribution to apologetics and the on-going debates about faith and reason. I would recommend it to anyone who is interested in apologetics and the philosophy of religion.

Yonghua Ge (PhD. Cambridge University) is a Post-Doctoral Fellow at Regent College, UBC and Distinguished Research Fellow at the School of Philosophy, Beijing Normal University. He has published articles in Philosophy East and West, Tyndale Bulletin, The Heythrop Journal, Sino-Christian Studies, Logos & Pneuma (HK), Crux, Chinese Social Studies Today, and Regent Review of Christian Thoughts.

https://marginalia.lareviewofbooks.org/theological-philosophy/

περισσότερα
First Previous   Εμφάνισε 2 από 7 σελίδες   Next Last
επιστροφή