New
Διορθόδοξη Πορεία προς τη Μεγάλη Σύνοδο (1872-2016)

Διορθόδοξη Πορεία προς τη Μεγάλη Σύνοδο (1872-2016)

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΟ ΤΑΦΟ

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΟ ΤΑΦΟ

ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΟ ΣΑΜΠΕΖΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ

ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΟ ΣΑΜΠΕΖΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΘΡΟΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΘΡΟΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ

Εκδήλωση για τη στήριξη της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών

Εκδήλωση για τη στήριξη της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών

Νέο σεμινάριο στον Άρτο Ζωής

Νέο σεμινάριο στον Άρτο Ζωής

Martin Luther’s Notion of Christian Freedom from an Orthodox Perspective

Martin Luther’s Notion of Christian Freedom from an Orthodox Perspective

 «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο σήμερα: Ορθόδοξα προσκυνήματα και μνημεία της Πόλης»

«Το Οικουμενικό Πατριαρχείο σήμερα: Ορθόδοξα προσκυνήματα και μνημεία της Πόλης...

2η έκδοση του βιβλίου  «Ο Πατριάρχης της Αλληλεγγύης»

2η έκδοση του βιβλίου «Ο Πατριάρχης της Αλληλεγγύης»

Διορθόδοξη Πορεία προς τη Μεγάλη Σύνοδο (1872-2016)

Διορθόδοξη Πορεία προς τη Μεγάλη Σύνοδο (1872-2016)
Πρόσφατα η Αδελφότητα «Παναγία η Παμμακάριστος» των Οφφικιαλίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξέδωσε και δεύτερη μελέτη του καθηγητή και ιστορικού Αριστείδη Πανώτη, που φέτος συμπληρώνει μισό αιώνα (1967-2017), ως το αρχαιότερο μέλος της. 
Η μελέτη αυτή επιγράφεται η «Διορθόδοξη Πορεία προς τη Μεγάλη Σύνοδο (1872-2016)» και είναι ευλαβής αφιέρωση στην εικοσιπενταετία της πατριαρχίας της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου του Ιμβρίου με την ευκαιρία της πρώτης επετείου της υπό την προεδρία του Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του 2016. 
Οι 187 σελίδες της διαιρούνται σε 20 κεφάλαια με 40 περίπου ιστορικές φωτογραφίες και πλούσια βιβλιογραφία. Στη μελέτη αυτή εξιστορούνται γεγονότα 144 ετών για να προετοιμαστεί η νέα Μεγάλη Σύνοδο της Εκκλησίας μας που συνήλθε τον Ιούνιο του 2016 στη Μεγαλόνησο Κρήτη. 
Ο συγγραφέας είναι γνωστός ως στενός συνεργάτης των τριών τελευταίων Οικουμενικών Πατριαρχών με εργογραφία ως θεολόγος ιστορικός και ως ο αρχισυντάκτης της Θρησκευτικής και Ηθικής Εγκυκλοπαιδείας, της εκδόσεως που γαλούχησε όλες τις νεότερες γενεές των κληρικών και των θεολόγων μας και για τη τριλογία του «Συνοδικού της εν Ελλάδι Εκκλησίας», καθώς και ως ένας εκ των πρωτοπόρων της «Καταλλαγής» μεταξύ των Χριστιανών. 
Προλογίζει αυτή τη τελευταία μελέτη του με ένα κείμενο που προδιαγράφει τις προσδοκίες του Λαού του Θεού από την επαναλειτουργία του συνοδικού θεσμού της Εκκλησίας στις ημέρες μας για να επαναβεβαιωθεί η ενότητα των Ορθοδόξων και η ζωτικότητα της Εκκλησίας μας. Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε πριν μισό αιώνα (Έθνος 18 /8/ 1968) για να διαφανεί η διαχρονική φροντίδα για την επίλυση των προβλημάτων της εκκλησιαστικής ζωής. Η τελευταία Πανορθόδοξη Διάσκεψη έδειξε ότι: «επέστη ο καιρός» να ενεργοποιηθεί ο στόχος όλων των προηγηθέντων Διορθοδόξων Συνάξεων και όλες από κοινού να προετοιμάσουν τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Εκκλησίας με συγκεκριμένο σκοπό, δηλαδή με «εντελέχειας», για να αποφασιστούν τα πρέποντα και επιλυθούν χρονίζοντα προβλήματα των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Επίσης τονίζεται ότι κατά την προσυνοδική περίοδο πρέπει ο Κλήρος και ο Λαός των κατά τόπους Εκκλησιών να πληροφορηθεί την αξία της συνερχόμενης Συνόδου, ώστε να αποφευχθούν οι διαβρωτικές ενέργειες που υπηρετούν αλλότριους σκοπούς και επιδιώξεις.
 
Το 1ο κεφάλαιο αναφέρεται στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο του 1872 στην οποία συμμετείχαν μόνον τα παλαίφατα Πατριαρχεία, γιατί η τσαρική διπλωματία χρησιμοποιούσε τον εθνισμό ως εργαλείο προωθήσεως των συμφερόντων της μεταξύ των ορθοδόξων λαών στην ανατολική Ευρώπη. Η Μεγάλη αυτή Σύνοδος καταδίκασε τον διαιρετικό μερισμό της Εκκλησίας του Χριστού με κριτήρια φυλετικά και εθνικιστικά, δηλαδή «Εθνοφυλετικά», που ξεχώρισε τους Ορθοδόξους από ιδεοληψία σε ελληνόφωνους, σλαβόφωνους και αραβόφωνους για να «βασιλεύσει» στη μεταξύ τους διαίρεση ο ισχυρότερος κρατικός παράγοντας, που δεν ήταν άλλος από τον Καίσαρα (τον Αυτοκρατορισμό του τσάρου). 
Το 2ο κεφάλαιο αναφέρεται στη σημειωθείσα αναταραχή που συνέβη τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη εξ αιτίας των νέων ιδεών για τη πολιτική και στη κοινωνική ζωή των λαών. Αυτό είχε ως συνέπεια να αναθεωρηθούν και οι σχέσεις των κρατών με τις κατά τόπους Εκκλησίες. Η Παλαιά Ρώμη επιχειρεί συνοδικά να ενισχύσει το κεντρομόλο αποστολικό ιδεώδες της και οι Προτεσταντικές Ομολογίες να αναπτύξουν τη βιβλική θεολογία ως τη μόνη αυθεντίας πηγή της αληθινής πίστεως. Οι Ορθόδοξοι εκ παραδόσεως διαβλέπουν την αξία του Διαλόγου και επιδιώκουν να ανιχνεύσουν τις εκκλησιολογικές πεποιθήσεις όσων απομακρύνθηκαν από τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο, μήπως νοσταλγούν την αληθινή καθολικότητα της Εκκλησίας. Οι ακαδημαϊκοί επίσκοποι και θεολόγοι της Θεολογικής Σχολής των Αθηνών πρωτοστατούν στην υπέρβαση της απομονώσεως και επιδιώκουν τη «καταλλαγής» μεταξύ των Χριστιανών. 
Το 3ο κεφάλαιο επισημαίνει τη σοφή και εμπνευσμένη χειραγωγία του πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, που οι πατριαρχίες του το (1878) και το (1901) απετέλεσε σπουδαίο ανακαινιστικό, προοδευτικό και πνευματικό έργο που αγαπήθηκε από τον Κλήρο και το Λαό. Ο ρηξικέλευθος αυτός Πατριάρχης επωφελήθηκε του χρόνου της παραιτήσεώς του από τον Οικουμενικό Θρόνο το 1884 και επισκέφθηκε τα παλαίφατα Πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής για άτυπες συνομιλίες επί διορθοδόξων θεμάτων που είχαν προκύψει μετά την Μεγάλη Σύνοδο του 1872, Το 1889 αποσύρθηκε στο προμαχώνα του Μυλοποτάμου στο Άγιο Όρος από όπου και παρακολουθεί το 1899 την αραβοποίηση του Πατριαρχείου Αντιοχείας και τις πονηρές κινήσεις των Βουλγάρων Σχισματικών στη Μακεδονία και στη Θράκη και αντιμετωπίζει σθεναρά την προστασία των Μητροπόλεών του στη Βόρεια Ελλάδα με σειρά ενεργειών. Παρακολουθεί από τα τέλη του 19ου αιώνα και την εγκόλπωση από τους Νεότουρκους της ιδέας του Κράτους-Έθνους, που συνεπάγεται αδίστακτες ενδοεθνικές εκκαθαρίσεις (Γενοκτονίες). Η Πατριαρχική και Συνοδική του Εγκύκλιος προς τις Ορθόδοξες Εκκλησίες για την σύσφιγξη των σχέσεων μετά των δύο άλλων «αναδενδράδων» του Χριστιανισμού θεωρείται προδρομική πρωτοβουλία για να ξεκινήσει μετά Πανορθόδοξη συμφωνία η Διορθόδοξη και η Οικουμενική κίνηση.
 
Το 4ο κεφάλαιο αναφέρεται σε ένα εκκλησιαστικό άνδρα του 20ου αιώνα, τον πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη που το τεράστιο έργο του κατασυκοφάντησε ο εμπαθής ζηλωτισμός. Την αξία της σοβαρής διοργανωτικής του ικανότητος την επισήμανε πρώτος ο σπουδαίος πολιτικός και διπλωμάτης Ίων Δραγούμης και του ανατέθηκαν πολλές εμπιστευτικές εθνικές και εκκλησιαστικές αποστολές πριν συνδεθεί με τον Βενιζέλο. Ως ιεράρχης υπηρέτησε την Εκκλησία στην Κύπρο, στο Άγιο Όρος και αργότερα στην Αθήνα, στην Αμερική και τέλος στην Αλεξάνδρεια. Ως Πατριάρχης το 1923 επισήμανε την επικινδυνότητα για την Ορθοδοξία του μεταρρυθμιστικού κινήματος μετά τη επιβολή του νέου καθεστώτος το 1917 και εισήλθε και στη Ρωσική Εκκλησία που τριχοτόμησε το Πλήρωμά της. Για να ανακόψει την ορμή του που άρχισε να απλώνεται και στους Ορθοδόξους της Βαλκανικής συγκάλεσε το 1923 το Διορθόδοξο Συνέδριο ενώ δεν είχε υπογραφεί ακόμη η Συνθήκη στη Λωζάνη. Οι ευφάνταστοι «ζηλωτές» του φόρτωσαν κάθε ιδεολογική νεοπλασία ακόμη και τη μελέτη για την αναπλήρωσης των 13 ημερών που έλειπαν από τη πραγματική εαρινή ισημερία του Ιουλιανού Ημερολογίου, χωρίς τότε να ληφθεί απόφαση για την εφαρμογή της. Αυτό έγινε για διεθνείς κρατικούς λόγους επί της πατριαρχίας Γρηγορίου Ζ΄. 
Το 5ο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στη πολιά και μαρτυρική μορφή του τρίτου Οικουμενικού Πατριάρχη Βασιλείου Γ΄ του Γεωργιάδη, ο οποίος θέλησε απ' αρχής να ομαλοποιήσει τις σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Άγκυρα. Μετά επικέντρωσε το έργο του στη προάσπιση των δικαίων της Δικαιοδοσίας του Θρόνου του μέσα στο ελληνικό κράτος και ειδικά στην περιφρούρηση των πατριαρχικών επαρχιών του. Μόλις άρχισε να αιθριάζει η πολιτική ατμόσφαιρα στην Ελλάδα και άρχιζε και πάλι να επίκειται η νομιμοποίηση του Χάρτη για την Εκκλησία των Νέων Χωρών εξυφαίνεται από ελλαδίτες συνοδικούς πρωτοφανής στα εκκλησιαστικά χρονικά αντικανονική συνωμοσία κατά του Πατριαρχείου, περιφρονούν οι θέσεις του Πατριάρχου και της Συνόδου του και με σκοτεινές κομματικές ενέργειες επιδιώκουν να μη ψηφιστεί ο συνταχθείς Χάρτης των Νέων Χωρών για να φαλκιδευθεί το κανονικό προνόμιο του Οικουμενικού Πατριάρχη να ελέγχει την εκλογή των ιεραρχών του και να προωθούνται υποτακτικοί τους! Εκεί και οι κρίσεις σχέσεων των ελλαδιτών μετά της Μητρός Εκκλησίας μέχρι σήμερα. 
Το 6ο κεφάλαιο πραγματεύεται πώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντιμετώπισε το 1927 τους «αμνήμονες» Αγιορείτες και επέβαλε τη τάξη στην Αθωνική Πολιτεία. 
Το 7ο κεφάλαιο εξαίρει τη συμβολή της αγίας προσωπικότητος του πατριάρχου Φωτίου Β΄ για την  προώθηση του έργου της Προκαταρκτικής Επιτροπής του 1930 στο Άγιο Όρος με τη σύγκληση της Προσυνόδου το 1932 που ματαιώθηκε λόγω της τότε πτωχεύσεως του ελληνικού κράτους που θα αναλάμβανε τις δαπάνες της. 
Το 8ο κεφάλαιο αναφέρεται στη συνδρομή του ορθοδόξου θεολογικού κόσμου να συνδράμει όλη την περίοδο του μεσοπολέμου το έργο της Εκκλησίας για να πραγματοποιηθεί αυτή η προτεινόμενη Προσύνοδος και ξεκαθαρίστηκε ότι δεν μπορούμε οι Ορθόδοξοι πλέον να μιλούμε μόνοι για Οικουμενική Σύνοδο, όπως δυστυχώς πράττει η Παλαιά Ρώμη.
Τα κεφάλαια 9-15 αποτελούν μία συνοπτική Ιστορία της διωκόμενης Εκκλησίας στη Ρωσία μετά την ανασύσταση της πατριαρχίας το 1917 μέχρι τον ιστορικό «Συμβιβασμό» της ηγεσίας της με τους σοβιετικούς που τελικά ταυτίστηκαν με τις μεταπολεμικές επιδιώξεις τους όπισθεν του Σιδηρού Παραπετάσματος. Το Πατριαρχείο Μόσχας ανακτά την εμπιστοσύνη των κρατούντων και επιδιώκει να απλωθεί στη σφαίρα επιρροής τους και να επιβάλει τον έλεγχό του στις τοπικές Εκκλησίες του νότου για οικειοποίηση κανονικών προνομίων της οικουμενικής καθέδρας σλαβόφωνων και αραβόφωνων.
Τα κεφάλαια 16&17 αναφέρονται στην επιστροφή στην κανονικότητα των Ορθόδοξων Εκκλησιών της Ανατολικής Ευρώπης με τις συνερχόμενες «Πανορθοδόξες Διασκέψεις» και πόσο αυτό το σύγχρονο εκκλησιαστικό γεγονός προσκόμισε κύρος στην Ορθοδοξία, ώστε και η παλαιά Ρώμη να θελήσει τις μετά της Ορθοδοξίας «Σχέσεις Αγάπης» για την προώθηση του «επί ίσοις όροις» Διαλόγου. 
Το 18ο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην εκ παλαιού δεδομένη στη μνήμη της Ορθοδοξίας ζωντανή εκκλησιαστικότητα των ιστορικών Εκκλησιών, παρά την υφιστάμενη μεταξύ τους πολύχρονη «ακοινωνησία». 
Το 19ο&20ο κεφάλαιο αναφέρονται στις εργασίες της Δ΄ Πανορθόδοξης Διασκέψεως του 1968 που ομόφωνα αποφάσισε τη διεξαγωγή μετά Προπαρασκευή από Προσυνοδικές Διασκέψεις της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» μόνον πέντε θεμάτων εκ του μακρού συνταχθέντος Καταλόγου από την Α΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη του 1961.
Το πόνημα αυτό δια χειρός του παλαιοτέρου άρχοντα του Οικουμενικού Θρόνου, που έζησε εκ του πλησίον όλα τα μετά το 1950 Πανορθὀδοξα γεγονότα και έγραψε από τότε γι’ αυτά, κατακλείεται και με τη μαρτυρία «εωρακότος» της Διορθόδοξης πορείας προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο του 2016, που διαψεύδει τις κακεντρεχείς ενέργειες όσων επιχειρούν να την δυσφημίσουν. Το κείμενο σφραγίζεται με την επιλογή άρθρων που δημοσίευσε κατά το γεγονός της πραγματοποιήσεως της Συνόδου στο διαδίκτυο, η οποία διαχρονικά μεγαλύνει τη εκκλησιολογική διακονία της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Σημ. Οι φωτογραφίες προέρχονται από το βιβλίο.
 
περισσότερα

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΟ ΤΑΦΟ

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΟ ΤΑΦΟ
Την πρώτη ημέρα της επισκέψεώς Του στα Ιεροσόλυμα (Τρίτη 5-12-2017) ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος προσκύνησε στον Πανάγιο Τάφο και συναντήθηκε με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόφιλο. 
Παραθέτουμε χαρακτηριστικά φωτογραφικά στιγμιότυπα.
 
περισσότερα

ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΟ ΣΑΜΠΕΖΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ

ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΟ ΣΑΜΠΕΖΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ
Το Μεταπτυχιακό Ινστιτούτο Ορθοδόξου Θεολογίας του εν Σαμπεζύ Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σε συνεργασία με το Τμήμα Θεολογίας του Πανεπιστημίου της Γενεύης και το Ελβετογαλλικό Ινστιτούτο Συστηματικής Θεολογίας και Ηθικής (IRSE) πραγματοποιεί μεταξύ 7 και 8 Δεκεμβρίου 2017, Διεθνές Συνέδριο με θέμα: «L’anthropologie de Luther. Perspectives protestantes et orthodoxes» (Η ανθρωπολογία του Λουθήρου. Προτεσταντικές και Ορθόδοξες προσεγγίσεις). 
Το Διεθνές Συνέδριο ξεκίνησε τις εργασίες του με την ανάγνωση του Μηνύματος της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου: «Τὸ παρὸν συνέδριον εἶναι ἡ τρίτη διεθνὴς ἐπιστημονικὴ ἐκδήλωσις, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται εἰς τὸ ἐν Chambésy Κέντρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μὲ θέμα τὰς σχέσεις Ὀρθοδοξίας καὶ Μεταρρυθμίσεως. Ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν μὲ θέμα «Ὁ Λούθηρος καὶ ἡ γερμανικὴ Μεταρρύθμισις ἐξ οἰκουμενικῆς προοπτικῆς» εἶχε διοργανωθῆ μὲ ἀφορμὴν τὰ 500 ἔτη ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Λουθήρου (1983), ἐνῶ ἡ δευτέρα ἐπραγματοποιήθη ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸν ἑορτασμὸν τῆς 500ης ἐπετείου τῶν γενεθλίων τοῦ Ἰωάννου Καλβίνου (2009).
 
Ἡ Μεταρρύθμισις δὲν μετεμόρφωσε μόνον τὴν Δυτικὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ ἐπηρέασε καὶ ὁλόκληρον τὸν Χριστιανισμόν, καθὼς καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ καὶ τοῦ παγκοσμίου πολιτισμοῦ. Καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς εὑρέθη ἐξ ἀρχῆς ἀντιμέτωπος μὲ τὰς ἐπιπτώσεις τῆς Μεταρρυθμίσεως. Ὄντως, αἱ σχέσεις Ὀρθοδόξων καὶ Προτεσταντῶν εἶναι τόσον παλαιαὶ ὅσον καὶ ἡ ἰδία ἡ Μεταρρύθμισις. Αἱ σχέσεις αὐταὶ ἔχουν εἰς τὴν σύγχρονον ἐποχὴν εἰσέλθει εἰς μίαν καθοριστικὴν φάσιν, μὲ τὴν συνεργασίαν ἐν τῷ Παγκοσμίῳ Συμβουλίῳ Ἐκκλησιῶν καὶ μὲ τὸν ἐγκαινιασμὸν τῶν σχετικῶν διμερῶν θεολογικῶν διαλόγων. 
Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον παρηκολούθησε καὶ παρακολουθεῖ μὲ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον καὶ προσοχὴν τὰς ἐκδηλώσεις καὶ τὰ δημοσιεύματα μὲ ἀφορμὴν τοὺς ἑορτασμοὺς τῆς Ἐπετείου τῆς Μεταρρυθμίσεως καὶ ἐπιφυλάσσεται νὰ ἀξιολογήσῃ τὴν θεολογικήν των σημασίαν διὰ τοὺς διαχριστιανικοὺς διαλόγους. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὑπενθυμίσωμεν εἰς τοὺς ἐλλογιμωτάτους συνέδρους ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἁπλοῦς φιλοξενούμενος εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν, ἀλλὰ συνθεμελιωτὴς καὶ συνδιαμορφωτὴς αὐτῆς, μὲ σημαντικωτάτην συμβολὴν εἰς τὴν πορείαν της.
Ἀναφέρομεν, ἐπίσης, ὅτι ἡ ἐν Κρήτῃ, κατὰ Ἰούνιον 2016, συνελθοῦσα Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ὑπεγράμμισε τὴν βούλησιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς συνέχισιν τῶν διαχριστιανικῶν θεολογικῶν διαλόγων, μὲ ἀμετακίνητον στόχον τὴν “τελικὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει καίὶτῇ ἀγάπῃ ἑνότητος” (Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον, § 12)». 
Στο τέλος του Μηνύματος, η Α.Θ.Π. εξέφρασε συγχαρητήρια εκ μέσης καρδίας προς τους διοργανωτές του σημαντικού αυτού Διεθνούς Συνεδρίου και ευχές για την επιτυχή διεξαγωγή του μέσα από καρποφόρες διαβουλεύσεις και λυσιτελή συμπεράσματα.
 
Ακολούθησε ο Χαιρετισμός του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ελβετίας κ. Ιερεμίου, Προϊσταμένου του εν Σαμπεζύ Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο οποίος μεταξύ άλλων είπε: «Τὸ Συνέδριον ἀναφέρεται εἰς τὴν συμβολὴν τοῦ Λουθήρου, ἐκκλησιαστικοῦ ἀνδρὸς καὶ μοναχοῦ τοῦ 16ου αἰῶνος (1519), ἐπὶ τῇ συμπληρώσει πέντε ὁλόκληρων αἰώνων ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Μεταρρυθμίσεως». 
Διοργανώνεται μὲ τὴν κοινὴν συναίνεσιν τοῦ ἡμέτερου Μεταπτυχιακοῦ Ἰνστιτούτου Ὀρθοδόξου Θεολογίας τοῦ ἐν Σαμπεζύ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Γενεύης. Εἶναι δὲ καὶ ἐπιθυμία τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἀνέκαθεν ἰσχύουσαν παράδοσιν ὡς γνωστόν, παρακολουθεῖ, προγραμματίζει καὶ ἐνισχύει κάθε σύγχρονον προσπάθειαν συναντήσεως, διαλόγου καὶ καλλιεργείας τῶν σχέσεων τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν, πάντοτε ἐν τῷ πνεύματι τῆς ποθητῆς ἀληθείας, διὰ τὴν κατανόησιν καὶ τὴν οἰκειοποίησιν τῆς ἀνάγκης ἀπαλείψεως τῶν ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους δημιουργηθησῶν διαφορῶν, διαιρέσεων διὰ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον “πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον”• διὰ τὴν ὀφειλετικὴν ἀνταπόκρισιν εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου “ἵνα πάντες ἓν ὦσιν” καὶ ἵνα, ὅπως ὁραματίζεται καὶ προσεύχεται μάλιστα πρὸς τὸν Πατέρα ὁ Κύριος, δι’ ὅλους ἐκείνους ποὺ μὲ τὸ κήρυγμά των θὰ πιστεύσουν εἰς Αὐτόν (Ἰω. 17, 20-21)».
 
Τέλος, ο Σεβασμιώτατος ευχήθηκε και αυτός από καρδίας «ὅπως τὸ Συνέδριον τοῦτο προσφέρῃ τὸν κατάλληλον τρόπον, διὰ νὰ προαχθῇ ἡ θεολογικὴ κοινὴ σκέψις καὶ νὰ ἐξαχθοῦν νέα, κοινὰ συμπεράσματα, ἵνα ἡ ἀνθρωπολογία κατὰ Λούθηρον προαχθῇ εἰς τὴν προσέγγισιν τῆς παγκοσμίου ἀνθρωπολογίας, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ σήμερον ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀπασχολεῖ τὸ πολύπλευρον πρόσωπον τῆς ἀνθρωπότητος». 
Στο Διεθνές Συνέδριο έχουν προσκληθεί Ομιλητές από τις Θεολογικές σχολές των Πανεπιστημίων Ελβετίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Ελλάδας, Ηνωμένου Βασιλείου, Ηνωμένων Πολιτειών και Λιβάνου.
 

 

περισσότερα

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ
Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, κατόπιν ἐπισήμου προσκλήσεως τοῦ Ἐλλογ. κ. Michael Federmann, Προέδρου τοῦ Ἑβραϊκοῦ Πανεπιστημίου, ἀνεχώρησε τήν πρωΐαν τῆς Τρίτης, 5ης τρ. μηνός Δεκεμβρίου, εἰς Tel Aviv, προκειμένου ἵνα ἀναγορευθῇ ἐπίτιμος διδάκτωρ τοῦ διακεκριμένου τούτου Ἐκπαιδευτικοῦ Ἱδρύματος, εἰς ἀναγνώρισιν τῆς συμβολῆς Του εἰς τήν προαγωγήν τοῦ διαθρησκειακοῦ διαλόγου μεταξύ τῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν. Κατά τήν ἐπίσκεψίν Του εἰς Ἰσραήλ ὁ Παναγιώτατος θά πραγματοποιήσῃ προσκυνηματικήν ἐπίσκεψιν εἰς τά Πανάγια Προσκυνήματα καί θά συναντηθῇ μετά τοῦ Μακ. Πατριάρχου Ἱεροσολύμων κ. Θεοφίλου Γ’. Τέλος, ὁ Παναγιώτατος θά ὁμιλήσῃ ἀγγλιστί κατά τάς διοργανουμένας ἐκδηλώσεις, ἐπί τῇ συμπληρώσει 40 ἐτῶν ἀπό τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἐπισήμου ἀκαδημαϊκοῦ διαλόγου μεταξύ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, μέ θέμα «Ἡ σημασία τῶν Ἱεροσολύμων εἰς τάς δύο θρησκευτικάς παραδόσεις». 
Τήν Πατριαρχικήν Συνοδείαν ἀποτελοῦν οἱ Σεβ. Μητροπολῖται Γαλλίας κ. Ἐμμανουήλ καί Σουηδίας καί πάσης Σκανδιναυΐας κ. Κλεόπας, ὁ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτης κ. Ἀγαθάγγελος Σῖσκος, Βιβλιοφύλαξ τῶν Πατριαρχείων, καί ὁ Ἐντιμ. κ. Κωνσταντῖνος Διακρούσης, ἐκ τῶν Γραμματέων τῶν Πατριαρχείων. 
Ὁ Παναγιώτατος θά ἐπιστρέψῃ, σύν Θεῷ, εἰς τήν Πόλιν τό ἀπόγευμα τῆς Πέμπτης, 7ης ἰδίου. Ἐπίτροπος Αὐτοῦ ὡρίσθη ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Δέρκων κ. Ἀπόστολος.
 
 
περισσότερα

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΘΡΟΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΘΡΟΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ
Ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μ. Ἐκκλησία μετά λαμπρότητος καί κατά τά εἰωθότα ἐτίμησε τήν ἱ. μνήμην τοῦ ἱδρυτοῦ καί προστάτου αὐτῆς Ἁγίου ἐνδόξου Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου, ἑορτάσασα τήν Θρονικήν αὐτῆς ἑορτήν. 
Τήν παραμονήν τῆς Ἑορτῆς, Τετάρτην, 29ην Νοεμβρίου, ἡ Α. Θ. Παναγιότης ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαῖος ἐχοροστάτησεν ἐν τῷ Π. Πατριαρχικῷ Ναῷ κατά τόν Ἑσπερινόν, τῇ συμπροσευχῇ πολλῶν ἁγίων Ἀρχιερέων ἐντεῦθεν καί ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Κατ᾿ αὐτόν παρέστησαν συμπροσευχόμενοι ὁ Ἐντιμ. Γεώργιος Γαϊτάνης, Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐνταῦθα, Ἄρχοντες Ὀφφικιάλιοι καί πλῆθος πιστῶν ἐντεῦθεν, ἐκ Κρήτης, ἐκ Πατρῶν, ἐξ Ἀθηνῶν καί ἐκ Θεσσαλονίκης.
Ἐν τῷ τέλει τοῦ Ἑσπερινοῦ ἡ Α. Θ. Παναγιότης ἀπένειμε τό Ὀφφίκιον τοῦ Ἄρχοντος Πρωτομαΐστορος τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μ. Ἐκκλησίας εἰς τόν Ἐντιμ. κ. Παναγιώτην Ἐμμανουήλ Ταβανιώτην, Ἀρχιτέκτονα, ὅν καί συνεχάρη διά τήν φιλογενῆ του δρᾶσιν. Ὁ νέος Ἄρχων ἀντεφώνησε διά λόγων εὐλαβείας πρός τόν Προκαθήμενον τῆς Ἐκκλησίας, ἐκφράσας τήν εὐγνωμοσύνην του διά τήν προσγενομένην αὐτῷ τιμήν τῆς χειροθεσίας, καί μάλιστα ἰδίαις Πατριαρχικαῖς χερσίν. Ἀκολούθως ὁ Παναγιώτατος καλωσώρισε τούς προσελθόντας προσκυνητάς, ἰδιαιτέρως δέ τούς ἐκ τῶν Ἱ. Μητροπόλεων Κισάμου καί Σελίνου καί Ἱεραπύτνης καί Σητείας παρεπιδημοῦντας κληρικούς τε καί λαϊκούς. 
Τήν ἐπαύριον, Πέμπτην, 30ήν Νοεμβρίου, ἡ Α. Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης προέστη τῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Θείας Λειτουργίας ἐν τῷ Π. Πατριαρχικῷ Ναῷ ἐν συλλειτουργίᾳ μετά τῶν Σεβ. Ἱεραρχῶν Γέροντος Δέρκων κ. Ἀποστόλου, Γέροντος Ἀμερικῆς κ. Δημητρίου, Θυατείρων καί Μ. Βρεταννίας κ. Γρηγορίου, Κωνσταντίας καί Ἀμμοχώστου κ. Βασιλείου, Γαλλίας κ. Ἐμμανουήλ, Κερκύρας καί Παξῶν κ. Νεκταρίου, Κισάμου καί Σελίνου κ. Ἀμφιλοχίου, Ἱσπανίας καί Πορτογαλίας κ. Πολυκάρπου, Καλλιουπόλεως καί Μαδύτου κ. Στεφάνου, Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρου, Σμύρνης κ. Βαρθολομαίου καί Ἱεραπτύτνης καί Σητείας κ. Κυρίλλου, ἐπί παρουσίᾳ τῆς ἐπισήμου Ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας Ρώμης, καθ’ ἥν ἐτέλεσε τήν χειροτονίαν τοῦ Πανοσιολ. κ. Ἀνδρέου Σοφιανοπούλου, Πρωτοσυγκελλεύοντος, εἰς Πρεσβύτερον, ὅν καί προσεφώνησε διά πατρικῶν συγχαρητηρίων καί νουθετηρίων λόγων, ἀναφερθείς εἰς τήν πλέον πολυεύθυνον διακονίαν ἥν ἀναλαμβάνει οὗτος ὡς ἐπί κεφαλῆς τῆς Πατριαρχικῆς Αὐλῆς, καί ἐκφράσας αὐτῷ τήν Πατριαρχικήν εὐαρέσκειαν διά τήν ἄχρι τοῦδε ἀφωσιωμένην καί ἀποδοτικήν πολυετῆ διακονίαν του ἐν Φαναρίῳ.
Ἐκκλησιάσθησαν οἱ Σεβ. Μητροπολῖται Γέρων Νικαίας κ. Κωνσταντῖνος, Γέρων Χαλκηδόνος κ. Ἀθανάσιος, Γέρων Περγάμου κ. Ἰωάννης, Τρανουπόλεως κ. Γερμανός, Δωδώνης κ. Χρυσόστομος, Ἴμβρου καί Τενέδου κ. Κύριλλος, Προικοννήσσου κ. Ἰωσήφ, Φιλαδελφείας κ. Μελίτων, Σεβαστείας κ. Δημήτριος, Μυριοφύτου καί Περιστάσεως κ. Εἰρηναῖος, Μύρων κ. Χρυσόστομος, Συνάδων κ. Διονύσιος, Σασίμων κ. Γεννάδιος, Ἰκονίου κ. Θεόληπτος, Βελγίου κ. Ἀθηναγόρας, Ρόδου κ. Κύριλλος, Σερβίων καί Κοζάνης κ. Παῦλος, Λέρου, Καλύμνου καί Ἀστυπαλαίας κ. Παΐσιος, Αὐστρίας κ. Ἀρσένιος, Νικοπόλεως καί Πρεβέζης κ. Χρυσόστομος, Κυδωνιῶν κ. Ἀθηναγόρας, Ἐλλασῶνος κ. Χαρίτων, Σηλυβρίας κ. Μάξιμος, Ἀδριανουπόλεως κ. Ἀμφιλόχιος, Πέτρας καί Χερρονήσου κ. Γεράσιμος, ὁ Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνθηδῶνος κ. Νεκτάριος, Ἐπίτροπος τοῦ Παναγίου Τάφου ἐνταῦθα, ὁ Πανιερ. Ἀρχιεπίσκοπος Τελμησσοῦ κ. Ἰώβ, οἱ Θεοφιλ. Ἐπίσκοποι Λεύκης κ. Εὐμένιος, Ἀβύδου κ. Κύριλλος, Ἁλικαρνασσοῦ κ. Ἀδριανός, Ἐρυθρῶν κ. Κύριλλος, Στρατονικείας κ. Στέφανος καί Ὀλύμπου κ. Κύριλλος, ὁ Θεοφιλ. Ἐπίσκοπος τῶν ἐνταῦθα ΡΚαθολικῶν κ. Rubén Tierrablanca, Κληρικοί ἐντεῦθεν καί ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, Ἄρχοντες Ὀφφικιάλιοι ὑπό τήν ἡγεσίαν τοῦ Ἐντιμολ. κ. Γερασίμου Φωκᾶ, Προέδρου τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀδελφότητος «Παναγία ἡ Παμμακάριστος», ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐντίμου Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως Ἐξοχ. κ. Ἰωάννης Ἀμανατίδης, Ὑφυπουργός Ἐξωτερικῶν, μετά τοῦ Ἐντιμ. κ. Φωτίου Κοντοῦ, Διευθυντοῦ τοῦ Πολιτικοῦ του Γραφείου, οἱ Ἐξοχ. κ.κ. Πέτρος Μαυροειδής, Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀγκύρᾳ, Πρέσβυς Εὐάγγελος Σέκερης, Γεν. Πρόξενος ἐνταῦθα, μετά τῆς Εὐγεν. κ. Δανάης Βασιλάκη καί τοῦ Ἐντιμ. κ. Γεωργίου Γαϊτάνη, Προξένων ἐνταῦθα, ὡς καί τῆς Εὐγεν. κ. Σωτηρίας Θεοχαρίδου, Προξένου ἐν Ἀδριανουπόλει, Rostyslav Pavlenko, Ἀναπληρωτής τοῦ ἐπί κεφαλῆς τῆς Προεδρίας τῆς Οὐκρανίας, συνοδευόμενος ὑπό τoῦ Ἐξοχ. κ. Andrii Sybiha, Πρέσβεως αὐτῆς ἐν Ἀγκύρᾳ, καί τῶν Ἐντιμ. κ.κ. Oleksandr Gaman, Γεν. Προξένου τῆς Χώρας ἐν τῇ Πόλει, καί Maksym Vdovychenko, Προξένου, ἡ Εὐγεν. κ. Inga Kikvadze, Γεν. Πρόξενος τῆς Γεωργίας ἐνταῦθα, συνεργάται τοῦ Δημάρχου Beşiktaş, ἐκ μέρους αὐτοῦ, Καθηγηταί καί μαθηταί τῶν Σχολείων τῆς Ὁμογενείας καί πλῆθος πιστῶν ἐντεῦθεν καί ἐξ Ἑλλάδος. 
Μετά τήν ἀπόλυσιν, ὁ Πατριάρχης ἐχειροθέτησεν εἰς τό ὀφφίκιον τοῦ Μ. Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τόν νεοχειροτονηθέντα Πρεσβύτερον, ἐν συνεχείᾳ δέ Οὗτος προσεφώνησε τήν ἐπίσημον Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Βατικανοῦ, ἀναφερθείς εἰς τάς κοινάς μετά τῆς Α. Ἁγιότητος τοῦ Πάπα Φραγκίσκου ἀπόψεις καί δράσεις διά τήν παγκόσμιον κρίσιν καί τά σύγχρονα προβλήματα τῶν λαῶν, καί ἀπήντησεν ὁ Σεβ. Καρδινάλιος κ. Kurt Koch, ὅστις ἐπέδωκεν ἑόρτιον συγχαρητήριον Μήνυμα τῆς Α. Ἁγιότητος τοῦ Πάπα. 
Κατά τήν ἐπακολουθήσασαν ἐν τῇ Αἰθούσῃ τοῦ Θρόνου δεξίωσιν, ὁ νέος M. Πρωτοσύγκελλος, ἀπαντητικῶς, ἐξέφρασε τήν βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην του διά τήν προσγενομένην αὐτῷ τιμήν καί τήν ἐπιδαψιλευθεῖσαν αὐτῷ Πατριαρχικήν εὔνοιαν καί πρόκρισιν, ὑποσχεθείς τήν συνέχισιν τῆς διακονίας αὐτοῦ μετά πλείονος ζήλου ἀπό τῆς εὐθυνοφόρου νέας θέσεώς του. 
Τήν μεσημβρίαν, παρετέθη ἐπίσημον γεῦμα εἰς τό Ξενοδοχεῖον «Four Seasons», εὐλογηθέν ὑπό τοῦ Παναγιωτάτου. 
Τό ἑσπέρας, ἐδόθη ὑπό τοῦ Πατριάρχου καί τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου δεξίωσις ἐπί τῇ Θρονικῇ Ἑορτῇ, ἐν τῷ ξενοδοχείῳ «Intercontinental», πρός τιμήν τοῦ Διπλωματικοῦ Σώματος καί πολλῶν ἐπισήμων τῆς τοπικῆς κοινωνίας, καθ᾿ ἥν ὁ Πατριάρχης ἀπηύθυνε χαιρετισμόν ἑλληνιστί, τουρκιστί καί ἀγγλιστί. 
* * * 
Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἐδέξατο εἰς ἀκρόασιν: 
- Tόν Σεβ. Μητροπολίτην Γέροντα Περγάμου κ. Ἰωάννην, Ἀκαδημαϊκόν, ἐξ Ἀθηνῶν. 
- Τόν Σεβ. Μητροπολίτην Δωδώνης κ. Χρυσόστομον, ἐπί κεφαλῆς ὁμίλου κληρικῶν καί λαϊκῶν προσκυνητῶν – μελῶν τῶν Ποιμαντικῶν Ἐπιτροπῶν τῆς Ἐνορίας Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ἡλιουπόλεως. 
- Τόν Σεβ. Μητροπολίτην Ἴμβρου καί Τενέδου κ. Κύριλλον. 
- Τόν Σεβ. Μητροπολίτην Προικοννήσου κ. Ἰωσήφ, ἐξ Ἀθηνῶν. 
- Τόν Σεβ. Μητροπολίτην Κωνσταντίας καί Ἀμμοχώστου κ. Βασίλειον, ἐκπροσωποῦντα τήν Ἁγιωτάτην Ἐκκλησίαν τῆς Κύπρου κατά τήν Θρονικήν ἑορτήν τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, συνοδευόμενον ὑπό τῶν Αἰδεσιμολ. Πρωτοπρεσβυτέρου κ. Ἡρακλειδίου Ξιούρου, Ἱερατικῶς Προϊσταμένου τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου Παραλιμνίου, καί Ἱερολογ. Ἀρχιδιακόνου αὐτοῦ κ. Ἐπιφανίου Παπαντωνίου. 
- Τόν Σεβ. Μητροπολίτην Κερκύρας καί Παξῶν κ. Νεκτάριον, συνοδευόμενον ὑπό τῶν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτου κ. Ἰουστίνου Κωνσταντᾶ, Πρωτοσυγκέλλου, Ἱερολογ. Ἀρχιδιακόνου κ. Χριστο-δούλου Τριανταφύλλου καί Ἐλλογ. κ. Κωνσταντίνου Αὐγερινοῦ, Οἰκονομολόγου. 
- Τούς Σεβ. Μητροπολίτας Κισάμου καί Σελίνου κ. Ἀμφιλόχιον, Πέτρας καί Χερρονήσου κ. Γεράσιμον καί Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Κύριλλον, ἐκπροσωποῦντας τήν Ἱ. Ἐπαρχιακήν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης κατά τήν Θρονικήν Ἑορτήν τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, οἵτινες προσεφώνησαν τόν Πατριάρχην ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἀκροάσει. 
- Τόν Σεβ. Μητροπολίτην Ἀδριανουπόλεως κ. Ἀμφιλόχιον, Διευθυντήν τοῦ ἐν Ἀθήναις Γραφείου Ἐκπροσωπήσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μετά τοῦ Ἱερολ. Διακόνου κ. Καισαρίου Βασιλείου.
- Τόν Πανιερ. Ἀρχιεπίσκοπον Τελμησσοῦ κ. Ἰώβ, Μόνιμον Ἀντιπρόσωπον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου παρά τῷ Παγκοσμίῳ Συμβουλίῳ Ἐκκλησιῶν, ἐκ Γενεύης. 
- Τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Γαβριήλ, Καθηγούμενον τῆς Ἱ. Μονῆς Παντοκράτορος, μετά τοῦ Ὁσιωτ. Ἱερομονάχου κ. Λουκᾶ Ξενοφωντινοῦ, τῆς Ὁσιωτ. Μοναχῆς Ἰακώβης, Ἡγουμένης τοῦ Ἱ. Ἡσυχαστηρίου Τιμίου Προδρόμου Ἀκριτοχωρίου Σιδηροκάστρου, καί τῆς Μοναχῆς Δοσιθέας. 
- Τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Νεκτάριον Κωτσάκην, Ἡγούμενον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὀμπλοῦ, ἐκ Πατρῶν. 
- Tόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Εὐστάθιον Ραφτόπουλον, Κληρικόν τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν. 
- Τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Δαμασκηνόν Μάκραν, Ἱεροκήρυκα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χαλκίδος, μετά τοῦ Ἐντιμ. κ. Δημητρίου Ραμιώτου, Ἐπιχειρηματίου, ἐξ Εὐβοίας.
- Τόν Ἱερολογ. κ. Ἀμβρόσιον Σκαρβέλην, Ἀρχιδιάκονον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας, μετά τῆς Εὐγεν. κ. Μαρίας Παπακωνσταντίνου καί τοῦ Ἐντιμ. κ. Βασιλείου Πολίτη, αὐταδέλφων τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Ἱεραπύτνης καί Σητείας κυροῦ Εὐγενίου, μετά τῆς συζύγου αὐτοῦ Εὐγεν. κ. Χριστίνης, ἐξ Ἡρακλείου Κρήτης.
- Τόν Ἐντιμολ. κ. Γεράσιμον Φωκᾶν, Ἄρχοντα Ὄρφανοτρόφον τῆς Μ.τ.Χ.Ε., Πρόεδρον τῆς Ἀδελφότητος Ὀφφικιαλίων «Παναγία ἡ Παμμακάριστος», ἐπί κεφαλῆς ὁμίλου Ἀρχόντων αὐτῆς.
- Τόν Ἐντιμολ. κ. Μιλτιάδην Ζαχαριάδην, Ἄρχοντα Ἔκδικον, ἐξ Ἀθηνῶν.
- Τήν Εὐγεν. κ. Δήμητραν Σοφιανοπούλου, μητέρα τοῦ νέου Μ. Πρωτοσυγκέλλου, μετά τῶν τέκνων καί ἐγγονῶν αὐτῆς, ἐκ Πατρῶν.
- Τόν Ἐντιμ. κ. Γεώργιον Παπαχρήστου, Σύμβουλον Δημοσίων Σχέσεων, ἐξ Ἀθηνῶν.
- Τόν Ἐντιμ. κ. Ἰωάννην Γεώργαν, Ἰδιοκτήτην Βιοτεχνίας κηροῦ, μετά τῆς συζύγου αὐτοῦ Εὐγεν. κ. Χρυσάνθης, ἐκ Κορίνθου.
- Τόν Ἐντιμ. κ. Pavel Mitkov, Καλλιτέχνην, καί τάς ἀδελφάς Εὐγεν. κ.κ. Nikolina καί Nadia Dimitrova, Ἰδιοκτητρίας Ἑταιρίας Ἐκκλησιαστικῶν Εἰδῶν, ἐκ Φιλιππουπόλεως Βουλγαρίας.
- Τόν Ἐντιμ. κ. Μιχαήλ Μινόπουλον, ὑπεύθυνον τοῦ Τουριστικοῦ Γραφείου «IQ TRAVELS», ἐξ Ἀθηνῶν.
- Τόν Ἐντιμ. κ. Νικόλαον Τζωΐτην, Σχολιαστήν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων, ἐκ Ρώμης.
- Tάς Ἐλλογ. κυρίας Ἰζαμπέλαν Bernardini d' Arnesano καί Von Rosen, Καθηγήτριαν γερμανικῆς γλώσσης ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Lecce.
* * *
Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, ἐξεπροσωπήθη ὑπό τοῦ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτου κ. Φιλίππου Χαμαργιᾶ, Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, κατά τήν τελετήν ἀναγορεύσεως τοῦ Ἐλλογ. κ. Χρήστου Κλαίρη εἰς ἐπίτιμον διδάκτορα τοῦ Τμήματος Φιλολογίας τῆς Σχολῆς Ἀνθρωπιστικῶν Ἐπιστημῶν καί Πολιτισμικῶν Σπουδῶν τοῦ Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, ἐν τῇ Αἰθούσῃ Τελετῶν αὐτοῦ, τήν Τετάρτην, 29ην Νοεμβρίου.
 
περισσότερα

Εκδήλωση για τη στήριξη της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών

Εκδήλωση για τη στήριξη της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών

Το Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017 και ώρα 8.30 στο Κολλέγιο Αθηνών Ψυχικού θα παρουσιασθεί το Ορατόριο της συνθέτιδος κ. Πηγής Λυκούδη για τη στήριξη του προγράμματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών με την σύμπραξη της Ορχήστρας Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ και την συνεργασία της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας Πολιτιστικής Δράσης «ΗΧΟΔΙΑΣΤΑΣΙΣ». Η εκδήλωσις τελεί υπό την αιγίδα της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου.

περισσότερα

Νέο σεμινάριο στον Άρτο Ζωής

Νέο σεμινάριο στον Άρτο Ζωής

Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι του Άρτου Ζωής

Σε λίγες ημέρες αρχίζει  το επόμενο σεμινάριό μας, με θέμα

Η απόδειξη της ύπαρξης του Θεού στον Καρτέσιο

Εισηγητής: Γεράσιμος Βώκος, ομότιμος καθηγητής ιστορίας της φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ 
Ημερομηνίες: 8, 15 και 22 Δεκεμβρίου 2017 (6-9 μμ)

Και αυτό το σεμινάριο θα πραγματοποιηθεί  στα  γραφεία του Άρτου Ζωής (Μπουμπουλίνας 28, πίσω από το Αρχαιολογικό Μουσείο). Η συμμετοχή είναι δωρεάν αλλά απαιτείται η υποβολή αίτησης. Συμπληρώστε την αίτηση συμμετοχής που θα βρείτε  σε αυτή τη διεύθυνση και στείλτε τη στο email του Άρτου Ζωής: artos@otenet.gr μέχρι την 1/12/2017.

περισσότερα

Martin Luther’s Notion of Christian Freedom from an Orthodox Perspective

Martin Luther’s Notion of Christian Freedom from an Orthodox Perspective

Prof. Konstantinos Delikostantis

Helsinki, 13.11.2017

 

The core of Luther’s theology, the compass of his life and action, was his view of freedom as the “summary of the Gospel”1, as the quintessence of our salvation. His Reformation was “a program of freedom”.2 Freiheit, ἐλευθερία, was indeed “the theme of his life”.3 In a letter dated the 11th of November 1517, Luther signed for the first time as “Martinus Eleutherius”, Martin the free, the liberated, according to I Corinthians 7:22, a habit he later repeated in twenty-seven other letters of his.

It is because of his teaching on freedom that Luther shortly found himself in the frontlines. Freedom was the stimulus and the banner in his struggle against Rome. As a result of his comprehension of the inner freedom and of the difference between Christian and political freedom, Thomas Münze, the rebellious peasants and the simple people, who saw Luther as their natural ally, rejected him as the herald of the “easy Christ” and the “passive interiority”, which detaches the faithful from the real problems of life, as the friend and the servant of the princes. Although Luther was at the beginning the “Apostle” of the revolution, he became the “Judas”.4 When in 1525, through his famous writing De servo arbitrio, Luther turned vehemently against Erasmus, the majority of the “Humanists”, who saw his struggle with sympathy, abandoned him.

If the Reformation changed the Church, it also formed the history and culture of Europe, it influenced the course of world history and it did so as a movement of freedom. Thus, it is not surprising that Luther stands in the center of the contemporary dialogue on freedom, sometimes disputed, others praised. A serious encounter with Luther would not pass over the issue of Christian freedom. It would be like writing a book about Beethoven and not mentioning his Ninth Symphony.5 In this point Martin Luther is an eminent theologian and belongs not only to Protestantism but to the whole Christianity.

It’s already been thirty years since my proposal that the Orthodox-Protestant dialogue has to be concentrated around the notion of Christian freedom, as the crossing of all central theological problems. This proposal is now relevant, as by discussing on freedom we reveal all our divergences and our convergences. The decisive turning point in the encounter of Orthodox and Lutherans, I think, would happen if they put freedom at the center of their theological dialogue.

In a way, the subject of freedom has been regarded as fundamental in the history of the orthodox-protestant encounters and it was a perpetual point of controversy. In the famous correspondence between Tübingen and Constantinople in the years 1573-1581, in this courageous attempt for contact and exchange of theological ideas, Patriarch Jeremy II articulated his objections against the doctrine on the servum arbitrium, defending the αὐτεξούσιον, the freedom of the free will. According to the Patriarch, although it is God’s grace which redeems humans, God saves only the people who desire it (ἐθέλοντας). “All depends on God, but not in such a way, that our free will would be damaged”, notes the Patriarch.6 For Jeremy, who saw the new movement initially not without sympathy, became quickly clear that Luther’s Reformation was not in several points a return to the doctrine and the life of the Ancient Church. The Ecumenical Patriarch underlines “the absence of calmness” of the mind, “the displeasure with tradition”, the “ceaseless questioning and answering and also the desire for the new” as a sickness of the Western spirit.7

Also in the conflict on the openly Calvinistic “Eastern Confession of the Christian faith” (1629) of the Patriarch of Constantinople Cyril Loukaris, was the subject of the negation of the free will from the Protestants a point of controversy. The Encyclical of the Synod of Constantinople at 1836 against the Protestant missionaries, who attacked the piety and the religious practice of the orthodox faithful, indicates the deepest level -theologically and ecclesially- of the relation between Orthodoxy and Protestantism. According to this Encyclical, Luther’s pretended rejection of the free will and his teaching on predestination dispense humans from the responsibility before God and proclaim God as the author of human malice. The result of Luther’s doctrine was the underestimation of good works and the emergence of uncontrolled passions. It is not by chance that protestant missionaries, “similar to their head”, try to undermine the Orthodox identity in the name of the licentious freedom.8

It is one of the benefits of our sincere ecumenical dialogues, that we can discuss central theological issues in a different way. Trully, no other theologian spoke with such enthusiasm on freedom as Luther, but also no one rejected the free will coram Deo as he did. According to him, the freedom of the Christian is understandable only on the background of the doctrine of the servum arbitrium. Luther did not intend a strong contrast through this powerful doctrine, but this approach was for him the genuine expression of the dialectics of freedom.

There is no doubt that Luther has not denied the free will in psychological or moral perspective. According to him, these dimensions of freedom do not belong in the frame in which he poses the problem of freedom. “We are not speaking about nature but about the grace”, notes Luther.9 We must discern what is God’s and what depends on us in our life in this world. Hans-Martin Barth states: “Luther appreciated a lot the natural man, only in relation to the earthen matters. On the opposite, he attached no value to him in his relation to God”.10 Revendication of freedom before God, which means synergy in our salvation, is an expression of man’s tendency to self-justification. “Man does not want, because of his nature, that God is God, but he wants that himself is God and that God is not God”.11

On this ground, I will try to approach some essential dimensions of Luther’s notion of freedom, primarily on the basis of his famous treatise “Von der Freiheit eines Christenmenschen”, “On the Freedom of a Christian”, a “sum of the Christian life”, according to Luther.

Even Paul Hacker, who accused Martin Luther to be “Cartesius of theology”, characterized this writing as a text “where the positive wealth of Luther’s thought and the warmth of its piety prevail”.12 Lyndal Roper speaks of the most beautiful writing of Luther in a decisive period of his movement. Selle states: “There is no polemic or aggression. Deeply musical, one can almost hear Luther’s voice conversing with the reader”.13

Although this text has been written after the publication of the papal bull of excommunication “Exsurge Domine”, it is notable that Luther has antedated this writing, signing “Zu Wittenberg, 6. September 1520”. In fact this text has been written shortly before its publication at the beginning of November. It was Kral von Militz who proposed Luther to address the Pope with a conciliatory letter and to add a concise treatise on his teaching. Von Militz had also proposed to antedate the writing, giving the impression, that Luther wrote the text without knowledge of the full Exsurge Domine, which has been published in September 29. Volker Leppin called this act “the rudest forgery of which Luther made himself guilty”.14

Luther describes the essence of Christian freedom epigrammatically in the famous sentences of his treatise on the Freedom of a Christian: “A Christian is a perfectly free lord of all, subject to none. A Christian is a perfectly dutiful servant of all, subject to all”.15 Luther explains his approach of Christian freedom through the Pauline distinction between the inner and the outer man (2. Cor. 4, 16; Gal. 5, 17). The inner man refers to the human being in its relation to God. Freedom is our liberation from the works, aiming the justification. External matters do not have any soteriological value, any impact on our salvation. The faithful is released from the “martyrdom of the works”, which have a salutary purpose.16 The works of love are the spontaneous and authentic expression of faith. Our liberated freedom, constituted coram Deo in faith, is expressed coram hominibus in love and service. It is the essential distinction of faith and love, which founds their inseparable unity.

It is well known that this text has been used as the basis of the reproach of the “inactive interiority” of faith against Luther. The truth is that faith “pushes to a life in freedom” in the world;17 it has enormous social consequences. Lyndal Roper states: “(Luther’s) use of the word freedom, alongside the idea that the Christian is both lord and servant, resembles the impact of dynamite. By addressing all Christians as equals, be they princes or commoners, and by insisting on their freedom, he broke with social deference”.18 That is why this freedom strengthens human activity in the social space.

In this sense, the reproach of the “closed interiority” against Luther’s conception of faith fails and it cannot constitute an important controversial point in the orthodox-protestant encounter. Oswald Bayer stressed on the “ontological significance” of justification. He wrote: “The exegete of the Bible Luther observed the fact of justification in its existential depth, through which certainly this wideness is accessible”.19

Really controversial in Orthodox-Protestant dialogue on Christian freedom is the problem of Luther’s so called “Cartesianism”, a reproach developed, as already stated, especially by Paul Hacker. Luther is presented as the “Descartes of theology, as the theologian, who replaced the truth of faith through the certainty of faith, who put at the place of the church the homeless individual”. Just as Descartes tried to found the truth of being on the certainty of the subject, Luther, the theologian of “reflexive faith”, connected salvation with the certainty of the faithful ego.20

Hacker’s controversial theory has been discussed without conclusive results. You surely know that Karl Barth took seriously Hacker’s objections. He wrote in a letter addressed to Helmuth Gollwitzer: “Do you know the book of Paul Hacker Das Ich im Glauben bei Martin Luther, Verlag Styria 1966? I am anxious for the reaction of the Lutheran theology and research. For me it was the opportunity to thank my Creator once more, for the fact that I wasn’t born as a Lutheran, for fact that He didn’t committed me to fidelity to this Church Father. Luther was for me always a suspect. The book of Hacker stresses exactly why this happened, why in my studying-room the Weimarer Ausgabe is hidden behind an Indonesian carpet!”.21

Here exists a real problem that will persist as a point of controversy in our ecumenical dialogue. Although at the center of Luther’s theology stands divine grace and not a faith that in itself constitutes salvation, the fact of Luther’s accent on the role of the faith of the individual and of the certainty of pro me, especially when evaluated in another theological context, can lead to a suspicion of religious individualism in Luther’s theology.

This problem of the individualistic narrowing of Christian freedom has an eminent importance for the Orthodox approach to Luther. Individualism is unfamiliar to Orthodox personalism, our ecclesiocentric understanding and our living of the faith. Orthodox theology stresses the essential relation between freedom and the church. For Alexander Schmemann, “the church is freedom and only the church is freedom”.22 For this reason, “ecclesiology is the starting point of a theology of freedom”.23 Christianity is “the church” and not “an individualistic religion” as Georges Florovsky underlines.24 According to Metropolitan of Pergamon John Zizioulas “the Church is by definition incompatible with individualism”.25 Also Friedrich Heyer states rightly: “Orthodoxy has never posed the individualistic questions of the Occident. Its believer· do not ask: neither whom can I have a merciful God? Nor: May I be certain about my salvation? The universalism of salvation, which is ontologically founded in Christ’s Incarnation, did not allow such question and it did not need them”.26 For Saint John Chrysostom, in the Incarnation Christ “assumed the flesh of the Church”.27

Paul Tillich called Luther’s doctrine of the Church “the weakest point in his teaching”.28 Trying to reason about this view, I ask myself if this pretended “weakness” is mainly connected with Luther’s polemics against Rome or if we must search the theological principles, which block Luther’s way to a “strong” ecclesiology. Although I don’t fully agree with Hacker’s “Cartesianism” reproach against Luther, I see an underestimation of the certainty in the act of individual faith in Luther’s piety and theology as a point of divergence between Orthodoxy and Lutheranism.

Orthodox Theology criticizes Luther’s comprehension of the ecclesial dimension of freedom. He certainly saw his teaching about justification and the sacraments as “teaching about freedom”.29 Hellmut Zschoch emphasizes three dimensions of this freedom: Freedom for the Church, from the Church and in the Church: “Freedom and Church belong for Luther together. The three dimensions of this relation penetrate each other. The idea of freedom for the Church is at the center: the Church is Church through the fact that it is being born and lives always anew from the message of freedom. From this derives the freedom from the Church the structures (Ordnungen) of the Church, even if they are good, meaningful and impressive, they don’t belong in the relation with God. If they are pushed in this relation, their good sense turns into the opposite. Good ecclesia order renders freedom in the Church possible: it realizes itself through the pragmatic accommodation to each time, to each place and to the givens and it strengthens in this way the exclusive authority of the Gospel”.30

What is here missing, from the orthodox point of view, is the reference to the sacramental life as life of freedom in the Church. It is an essential insight of Luther, that to be a Christian means “to be free”, or more precisely “to become free”.31 In Orthodox perspective, the Church is not only the space of that expression, the practice of our liberated freedom that is, but also the place of the genesis, of freedom’s birth. Church precedes freedom. We are “becoming free” in the Church.

It has been said that the treatise On the freedom of a Christian signalizes a change of paradigm, a cut between the Middle Ages and Modern Times, the beginning of the emancipation of the individual from the community of the Church and of the society. Indeed the Reformation “placed the conscience of each individual in the center”, initiating a mental shift32.

It is out of doubt that the emergence of the idea of the autonomous freedom of the individual in Modernity has been influenced by Luther’s notion of theonomous libertas Christiana, even if between the two conceptions a deep chasm exists.

Ecumenical Patriarch Bartholomew in his speech at the Ceremony of the Accordance the Doctor Honoris cause degree of the Evangelical Faculty of Theology in Tubingen, stated rightly: “The Reformation clearly strengthened the position of the individual. Without the contribution of Luther’s actions and teaching, the freedom of the individual would not have become the Magna Carta of Europe. Luther’s theology of freedom is thus a turning point in the “progress in the consciousness of freedom (Hegel)… In this sense Martin Luther is utterly contemporary. His concept of freedom is of central significance for the dialogue of Christianity with the modern world”.

I agree with Gerhard Ebeling, who warned against the evaluation of modernity on the basis of “hamartological criteria”, as the period when theonomy was replaced by autonomy, faith by atheism, solidarity by individualism etc., thus identifying it as a time of total dechristianisation. If we act that way -and the Orthodox are doing so…- we are forgetting, according to Ebeling, that “already long before modern times, humanity did not live in the paradise and that the original sin is attributed to Adam and not to Descartes”.33

On such a ground, the dialogue of our Churches with the modern world can lead to a fruitful mutual enrichment. In this encounter the Christian Churches can discover and develop more consciously and effectively their own tradition of freedom. In this sense I do not agree with my teacher in Tübingen Professor Hans Küng, who used to speak of the Roman Catholic Church as the Church of authority, of the Orthodox Church as the Church of tradition and of Protestantism as the Church of freedom. In my view, all our Churches are Churches of freedom, because that is the essence and the sign of our faith, the differentia specifica of Christianity in comparison with all other religions.

 

Epilogue

 

However that may be, the accentuation of freedom as Luther’s legacy remains an eminent challenge for Orthodox theology in spite of the mentioned problems, especially for the encounter of Orthodoxy with modern culture and its autosoteric freedom as autonomy. The future of humanity is connected with the art of the comprehension of the origin (πόθεν) of our freedom and of the final reference of it (πρός).

Our time needs a theology with sensitivity for the adventures of human freedom, a theology with imagination that knows that it acts in a concrete and open historic moment. Its witness in front of the signs of times is an expression of its ecclesiality, not the loss of it.

For Orthodox theology, as already stressed, there is an essential relation of freedom and Church. Our Christian life is eucharist-centred; it is essentially a participation in the sacraments of the Church. This ecclesiocentric understanding of faith does not allow the emerging of individualistic narrowing of freedom. The difference between Orthodoxy and Protestantism appears clearly if we compare Luther’s Freedom of a Christian with the Orthodox “summary of the Christian life”, the treatise On the Life in Christ by Nicolas Cabasilas. The description of the faith and of the faithful as the “inner man” in Luther’s essay corresponds to Cabasilas’ presentation of Church’s sacramental life.

Nostra libertas fundamentum habet Christum”.34 In this sentence Luther’s we find the very essence of his faith and piety. Real freedom is our dependence on Jesus Christ. “O eine selige Gefängnis (What a blessed imprisonment!). Haec captivitas est libertas Christiana ipsa”.35

The centrality of this freedom in Christian existence is Luther’s theological legacy. He challenges us all, Roman Catholics, Orthodox and Protestants, to rethink our Christian witness in the contemporary world, in an immense crisis of freedom. In front of the great challenges of our times, common Christian witness is of cardinal importance. Celebrating in common the anniversary of the Reformation, we renew our commitment to continue our dialogue in faithfulness and openness. This is precious and it opens our future.

 

 

Thank you for your attention!

1 G. Ebeling, «Frei aus Glauben. Das Vermächtnis der Reformation», in: Lutherstudien I, Tübingen 1971, 317.

2 V. Leppin, Martin Luther. Vom Mönch zum Feind des Papstes, Darmstadt 2013, 53.

3 G. Ebeling, «Der kontroverse Grund der Freiheit», in: Luther in der Neuzeit, ed. B. Möller, Gütersloh 1983, 30.

4 E. Bloch, Thomas Münzer als Theologe der Revolution, Werke II, Frankfurt a.M. 1969, 109.

5 O.H. Pesch, Hinführung zu Luther, Mainz 1983, 177.

6 I. Karmiris, The Dogmatic and Symbolic Monuments of the Orthodox Catholic Church, I, Graz 1968, 483.

7 I. Karmiris, o.c. II, 556.

8 I. Karmiris, o.c. II, 955-958.

9 De servo arbitrio (1525), WA, 18, 781, 6.

10 H.-M. Barth, “Freiheit die ich meine? Luthers Verständnis der Dialektik von Freiheit und Gebundenheit”, in: Una Sancta 2 (2007), 103-115, here 114.

11 M. Luther, Disputatio contra scholasticam theologiam (1517), WA, 1, 225, 1-2.

12 P. Hacker, Das Ich im Glauben bei Martin Luther, Graz/Wien/Köln 1966, 165-166.

13 L. Roper, Martin Luther. Renegade and Prophet, London 2016, 166.

14 V. Leppin, o.c., 55.

15 M. Luther, Von der Freiheir eines Christenmenschen, WA, 7, 21, 1-4.

16 M. Luther, In die Purificacionis Marie, 2. Februar 1521, WA, 9, 568, 10.

17 E. Jüngel, Zur Freiheit des Christenmenschen. Eine Erinnerung an Luthers Schrift, München 1978, 17.

18 L. Roper, o.c., 168.

19 O. Bayer, «Was ist Rechtfertiggung», in: Evangelische Kommentare 23 (1990), 659-662, here 659.

20 P. Hacker, o.c., 12.

21 Karl Barth, Gesamtausgabe, V, J. Fangmeier a.o. (eds.), Karl Barth. Gesamtausgabe, V, Zürich 1979, 361-362.

22 A. Schmemann, Théologie d’ aujourd’ hui et de demain, Paris 1967, 184.

23 A. Schmemann, o.c. 184.

24 G. Florovsky, “The Church, its Nature and Work” in: Holy Scripture, Church, Tradition, Thessaloniki 1976, 97 (in Greek).

25 J. D. Zizioulas, The Church as Communion, Offsprint from St. Vladimir’s Theological Quartely 38, No. 1, 1994, 3-16, here 8.

26 F. Heyer, «Orthodoxe Theologie», in: ders. (Hsrg.), Konfessionskunde, Berlin/New York 1977, 132-201, hier 173-4.

27 PG 52, 429.

28 P. Tillich, Vorlesungen über die Geschichte des Christlichen Denkens I: Urchristentum bis Nachreformation, Stuttgart 1971, 265.

29 K. Deppermann, „Martin Luther. Bahnbrecker des Neuzeit?, in· Th. Baumann a.o. (ed.), Klaus Depermann. Protestantische Profile von Luther bis Francke, Göttingen 1992, 5-21, here 14).

30 H. Zshoch, „Martin Luther und die Kirche der Freiheit“, in: W. Zager (ed.), Martin Luther und die Freiheit, Dammstadt 2010, 25-39, here 38.

περισσότερα

«Το Οικουμενικό Πατριαρχείο σήμερα: Ορθόδοξα προσκυνήματα και μνημεία της Πόλης»

 «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο σήμερα: Ορθόδοξα προσκυνήματα και μνημεία της Πόλης»

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις London Editions της Πόλης η ελληνική μετάφραση του εξαίρετου Οδηγού του Οικουμενικού Πατριαρχείου του π. Ιωάννη Χρυσαυγή «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο σήμερα: Ορθόδοξα προσκυνήματα και μνημεία της Πόλης». Το βιβλίο αυτό μεταφράσθηκε στην ελληνική γλώσσα εκ του αγγλικού πρωτοτύπου από τον Γενικό Γραμματέα της Αδελφότητός μας, Εντιμολογιώτατο Άρχοντα Διδάσκαλο του Γένους κ. Κωνσταντίνο Δεληκωσταντή, Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, ο οποίος είχε και την επιμέλεια της έκδοσης. Ο Οδηγός αυτός προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την ιστορία και την προσφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με ιδιαίτερη αναφορά στο έργο της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου. Επίσης, αναφέρεται στην ιστορία, τη λειτουργία και τις περιπέτειες σημαντικών μνημείων του Γένους. Γίνεται αναφορά στο Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου, την προσφορά του και τη σημερινή του εικόνα, μαθώς και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, εν όψει των προσπαθειών επαναλειτουργία της. Στο τέλος υπάρχει ένα ωραίο θεολογικό κεφάλαιο για τη σημασία της λειτουργικής ζωής, για την πνευματικότητα της Ορθοδοξίας και για τη θέση της εικόνας στη ζωή της Εκκλησίας.

Η ελληνική έκδοση του Οδηγού αυτού κατέστη δυνατή κατόπιν χορηγίας του Εντιμολογιοτάτου Άρχοντος κ. Γρηγορίου Χατζηελευθεριάδη. Ο Οδηγός αναμένεται να κυκλοφορήσει σε γαλλική και ρωσσική μετάφραση.

 

περισσότερα

2η έκδοση του βιβλίου «Ο Πατριάρχης της Αλληλεγγύης»

2η έκδοση του βιβλίου  «Ο Πατριάρχης της Αλληλεγγύης»

Κυκλοφόρησε σε δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις Ιστός της Πόλης το βιβλίο των π. Ιωάννη Χρυσαυγή και Κωνσταντίνου Δεληκωσταντή «Ο Πατριάρχης της αλληλεγγύης-The Patriarch of solidarity». Το βιβλίο αυτό, στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, γράφθηκε με αφορμή την ανακήρυξη από την Αυτού Θειοτάτην Παναγιότητα, του έτους 2013 σε «έτος πανανθρώπινης αλληλεγγύης».

Τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου, όπως και την πρώτη, χρηματοδότησε ο τέως Πρόεδρος και νυν Ταμίας της Αδελφότητός μας, Άρχων Πρωτέκδικος κ. Οδυσσεύς Σασαγιάννης.

περισσότερα

Νέα - Δραστηριότητες